Νηπιοβαπτισμός: κανονικότητα ή παρέκκλιση στο Ορθόδοξο δόγμα; - Ιστορική, πατερική και κανονική προσέγγιση με βάση την αρχαία εκκλησιαστική πράξη

 


Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς


Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί!

Σήμερα θα διερευνήσουμε το ακανθώδες ζήτημα του νηπιοβαπτισμού. Το ζήτημα αυτό αποτελεί ένα από τα πλέον συζητούμενα και αμφισβητούμενα θέματα εντός και εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ιδιαίτερα στον σύγχρονο λόγο, προβάλλεται συχνά η άποψη ότι το βάπτισμα πρέπει να τελείται μόνο κατόπιν προσωπικής πίστεως, συνειδητής μετανοίας και ελεύθερης αιτήσεως του κατηχουμένου. Η θέση αυτή επικαλείται πρακτικές της αρχαίας Εκκλησίας, την εκτενή κατήχηση και την προσωπική ομολογία πίστεως.

Ωστόσο, ήδη από τους πρώτους αιώνες, μαρτυρείται στην εκκλησιαστική πράξη και η βάπτιση νηπίων. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπήρχε κατήχηση — διότι υπήρχε — αλλά πώς κατανοεί η Εκκλησία το βάπτισμα: ως ατομική θρησκευτική επιλογή, κατά νεωτερικά πρότυπα, ή ως μυστήριο εντάξεως στο Σώμα του Χριστού. Παράλληλα, τίθεται και το ζήτημα κατά πόσον ωφελεί η μετά το βάπτισμα κατήχηση, ιδίως υπό τα σύγχρονα ποιμαντικά δεδομένα, όπου συχνά παρατηρείται η πλήρης απουσία συστηματικής εκκλησιαστικής παιδείας, γεγονός που οδηγεί πολλούς νέους στο ερώτημα: “με ρώτησε κανείς για να με βαπτίσει;”.

Η Ορθόδοξη απολογητική υπέρ του νηπιοβαπτισμού

Πριν εισέλθω στην ανάλυση της απολογητικής υπέρ του νηπιοβαπτισμού, οφείλω να τονίσω ότι εκ των προτέρων απορρίπτεται η αποκαλούμενη "νεοπατερική θεολογία", διότι αυτή φέρει νεωτερισμούς ξένους προς την Ορθόδοξο δογματική διδασκαλία και οικειοποιείται την ιδεοληψία του επάρατου οικουμενισμού. Παραμένουμε πιστοί στο "Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών..." (Απόστολος Παύλος, Β’ Θεσσαλονικείς κεφ. 2, στ. 15).

Σύμφωνα με την απολογητική υπέρ του νηπιοβαπτισμού, το βάπτισμα αποτελεί εκκλησιολογικό γεγονός κι ουχί ατομικό. Δεν είναι ατομική θρησκευτική δήλωση, αλλά είσοδος στο Σώμα του Χριστού, συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και αποκατάσταση της κοινωνίας με τον Θεό. Συνεχίζει δε, λέγοντας ότι το παιδί δεν βαπτίζεται μόνο του, αλλά βαπτίζεται μέσα στην πίστη της Εκκλησίας δια των αναδόχων, όπως ακριβώς και ο ενήλικας πιστεύει μέσα στην Εκκλησία, όχι εκτός αυτής.

Ως προς το προπατορικό αμάρτημα, ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, αναφέρει: "...δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν» (Προς Ρωμ. κεφ 5, στ. 12). Και τούτο, δεν δύναται να αμφισβητηθεί επ' ουδενί. Επιπροσθέτως, οι υποστηρικτές του νηπιοβαπτισμού, βασίζουν τις θέσεις τους στη λογική ότι το βάπτισμα δεν δίνεται μόνο για προσωπικές αμαρτίες,αλλά για την αποκατάσταση της φθαρτής ανθρώπινης φύσεως, στηριζόμενοι στο ότι τα νήπια δεν είναι ηθικά ένοχα, αλλά μετέχουν της φθοράς που προκαλεί το προπατορικό αμάρτημα.

Συνεχίζοντας την επιχειρηματολογία υπέρ του νηπιοβαπτισμού, διατείνονται ότι η Εκκλησία ποτέ δεν εξαιρούσε τα παιδιά από τη σωτηριολογική οικονομία. Ως παράδειγμα αυτού, φέρουν το λεγόμενο "βάπτισμα των οίκων". Δηλαδή την ομαδική βάπτιση μιας οικογένειας. Τέτοιο βάπτισμα μαρτυρείται "ὁ οἶκος τῆς Λυδίας" (Πράξεις, κεφ. 16, στ. 15) και "ὁ οἶκος τοῦ δεσμοφύλακος" (Πράξεις, κεφ. 16, στ. 33). Κατά την βιβλική έννοιά του, ο "οίκος" περιλαμβάνει τους δύο συζύγους, τα τέκνα τους και τους δούλους. Η Γραφή δεν προβαίνει σε ηλικιακές εξαιρέσεις, ούτε διακρίνει μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων εντός του “οίκου”, γεγονός που καθιστά αδικαιολόγητη οποιαδήποτε εκ των υστέρων εξαίρεση των νηπίων.

Στην Πατερική μαρτυρία υπέρ του νηπιοβαπτισμού, βρίσκουμε τον Ειρηναίο Λυώνος (2ος μ.Χ. αι.), να υπερασπίζεται του νηπιοβαπτισμού λέγοντας: "Ὁ Χριστὸς ἦλθε σῶσαι πάντας, νήπια καὶ παιδία καὶ νέους καὶ πρεσβυτέρους". Εδώ Ο Ειρηναίος δεν αναφέρεται ρητώς στο βάπτισμα, πλην όμως η σωτηριολογική του θεώρηση, κατά την οποία ο Χριστός σώζει όλες τις ηλικίες χωρίς εξαίρεση, ερμηνεύεται από την πατερική παράδοση ως συμβατή με την καθολική ένταξη όλων στο σώμα της Εκκλησίας διά του βαπτίσματος.Ο δε Ωριγένης (3ος μ.Χ. αι.) λέγει: "Ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε ἀπὸ τῶν Ἀποστόλων τὸ βάπτισμα καὶ τῶν νηπίων". Ο δε ιερός Αυγουστίνος μαρτυρεί ότι ο νηπιοβαπτισμός αποτελεί καθολική πράξη της Εκκλησίας, όχι ως τοπική ή νεωτερική συνήθεια, αλλά ως παγιωμένη εκκλησιαστική πράξη. Με τον όρο "καθολική πράξη", εννοεί ότι αφορά τους πάντες: παιδιά, νέους, ενήλικες, ηλικιωμένους, άνδρες, γυναίκες, χωρίς καμία διάκριση σε φύλο, γένος, φυλή, έθνος. Τέλος, ο Αγ. Γρηγόριος Νύσης, βλέπει το βάπτισμα ως προληπτική ίαση και όχι απλώς συγχώρηση. Σε αυτά τα μήκη κύματος, κινείται και ο Κυπριανός Καρχηδόνος.

Η επιχειρηματολογία των υπερασπιστών του νηπιοβαπτισμού, λέγει ότι η Εκκλησία δεν καταργεί την κατήχηση, αλλά την μεταθέτει για μετά το βάπτισμα. Το παιδί βαπτίζεται, χρίζεται, κοινωνεί, και κατηχείται δια βίου. Προβάλλεται δε ο ισχυρισμός ότι Η αρχαία κατήχηση αφορούσε ειδωλολάτρες ενηλίκους και όχι παιδιά χριστιανών. Η ελευθερία του προσώπου δεν καταργείται, καθώς το βάπτισμα δεν εξαναγκάζει και δεν αναιρεί την ελευθερία. Η Εκκλησία γνωρίζει ότι ο άνθρωπος μπορεί να απομακρυνθεί, να απορρίψει τη Χάρη και να «νεκρώσει» το βάπτισμα. Συνεπώς, το βάπτισμα δεν είναι μαγική πράξη, αλλά σπέρμα ζωής που μπορεί να καρποφορήσει ή να τεθεί ανενεργό.

Συνεπώς, ο νηπιοβαπτισμός δεν αποτελεί νεωτερισμό αφού ήδη μαρτυρείται από τον 2ο μ.Χ. αι., δεν αποτελεί εκτροπή, αλλά συνεπής έκφραση της εκκλησιολογίας της Ορθοδοξίας, η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε από την εν Τρούλλω Σύνοδο (Πενθέκτη "Οικουμενική" Σύνοδος) το 692μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτήν τη Σύνοδο θα αναφερθούμε στη συνέχεια του άρθρου. 

Η Ορθόδοξη απολογητική κατά του νηπιοβαπτισμού 

Ο βασικός άξονας στον οποίο κινείται η απολογητική κατά του νηπιοβαπτισμού είναι η τριαδική ακολουθία: κατήχηση – οικειοθελής αποδοχή και ομολογία Πίστεως – βάπτισμα. Δηλαδή, ο άνθρωπος θα πρέπει πρώτα να μάθει τι είναι χριστιανισμός και σε τι συνίσταται, να τον αποδεχτεί κι αφού οικειοθελώς ομολογήσει Χριστόν Ιησούν, να βαπτιστεί επίσης οικειοθελώς. Η λογική αυτή, έχει τη βάση της στη ρήση του ίδιου του Ιησού: "Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι" (Μάρκ. κεφ. 8, στ. 34). (ν.ε. Όποιος θέλει να έρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του κι ας με ακολουθήσει - σημ. Με αυτήν την φράση του Ιησού, θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο). Η ρήση αυτή ερμηνεύεται από τους αντιτιθέμενους στον νηπιοβαπτισμό ως θεμελιώδης αρχή ελευθερίας και συνειδητής επιλογής, η οποία προηγείται κάθε μυστηριακής εντάξεως. 

Στις βιβλικές μαρτυρίες κατά του νηπιοβαπτισμού, πρώτη αναφέρεται η Βάπτιση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος προσήλθε στον Ιορδάνη ποταμό να βαπτιστεί, σε ηλικία 30 ετών. Αυτό ναι μεν αποτελεί πρότυπο, αλλά όχι καθεστώς. Δηλαδή, κανείς δεν πρόκειται να αρνηθεί το βάπτισμα σε νεώτερες ή μεγαλύτερες ηλικίες.

Συνεχίζοντας με τα βιβλικά επιχειρήματα, ο Ιησούς, εμφανιζόμενος στους 11 μαθητές Του μετά την Ανάστασή Του, τους ομιλεί δίνοντάς τους εντολή να διδάξουν πάντα τα έθνη, λέγοντας: "ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται" (Μαρκ. κεφ. 16, στ. 16). (ν.ε. Εκείνος που θα πιστεύσει και θα βαπτισθεί θα σωθή, Εκείνος δε που δε θα πιστεύσει, θα καταδικαστεί). Στις δε Πράξεις των Αποστόλων, συναντάμε την εξής φράση: "Μετανοήσατε καὶ ἂς βαπτισθῇ ἕκαστος ὑμῶν" (Πράξεις, κεφ. 2, στ. 38). Ό δε Απόστολος των εθνών Παύλος, αναφέρει ρητά: "Ἐὰν ὁμολογήσῃς διὰ τοῦ στόματός σου τὸν Κύριον Ἰησοῦν, καὶ πιστεύσῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου ὅτι ὁ Θεὸς αὐτὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν, θέλεις σωθῇ" (Ρωμαίους, κεφ. 10, στ. 9-10). Οι αντιτιθέμενοι στον νηπιοβαπτισμό ερμηνεύουν τα χωρία αυτά ως κανονιστικά και όχι απλώς περιγραφικά. 

Αυτά ερμηνεύονται ως απαίτηση προσωπικής απόφασης, καθιστώντας, κατά την άποψή τους, τον νηπιοβαπτισμό προβληματικό ή θεολογικώς ατεκμηρίωτο. Από τα παραπάνω αποσπάσματα φαίνεται ότι απαιτείται πίστη και μετάνοια πριν από το Βάπτισμα, κατά τον τρόπο και την ουσία του προδρομικού βαπτίσματος (βλ. προηγούμενο άρθρο στο ιστολόγιό μας). Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το βάπτισμα πρέπει να ακολουθεί την προσωπική πίστη και μετάνοια, κάτι που τα νήπια δεν μπορούν να κάνουν λόγω έλλειψης κατανόησης. Παράλληλα δε, δεν υπάρχει καμία ρητή εντολή ή παράδειγμα βαπτίσματος νηπίων στην Καινή Διαθήκη. Κατά την εν λόγω άποψη, εάν επρόκειτο για αποστολικώς καθιερωμένη πρακτική, θα υπήρχε ρητή βιβλική μαρτυρία, όπως συμβαίνει και με άλλες εκκλησιαστικές εντολές. Αντίθετα, όλα τα παραδείγματα βαπτίσεων αφορούν ενήλικες που πίστεψαν πρώτα. Για παράδειγμα: "ὅτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες" (Πράξεις, κεφ. 8, στ. 12)

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, ότι τα παραπάνω αφορούν ανθρώπους που ήταν ειδωλολάτρες και μετά από κατήχηση έλαβαν το βάπτισμα. Ωστόσο, όπως ανεφέρθη πιο πάνω και θα δούμε παρακάτω, η κατήχηση αποτελεί την βασική προϋπόθεση για να βαπτιστεί κάποιος.

Το βάπτισμα, με την έλευση του Ιησού Χριστού, προσέλαβε τον ρόλο της εισόδου στη νέα διαθήκη, τον οποίο στην Παλαιά Διαθήκη επιτελούσε η περιτομή. Η περιτομή στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις, κεφ. 17, στ. 10-12), η οποία αποτελούσε την κυρία μέθοδο εισόδου του νηπίου στην ιουδαϊκή θρησκεία και αποτελούσε για τα βρέφη σημείο διαθήκης. Το βάπτισμα από την άλλη, είναι "πνευματική περιτομή" (Κολοσσαείς, κεφ. 2, στ. 11-12) που απαιτεί πίστη και εσωτερική αλλαγή. Είναι "πίσω-κοιτάζον", δηλαδή αναφέρεται σε ήδη συντελεσμένη σωτηρία μέσω κατήχησης και πίστης κι όχι "μπροστά-κοιτάζον" όπως η περιτομή. Κατά την απολογητική κατά του νηπιοβαπτισμού, η ταύτιση αυτών των δύο δημιουργεί σύγχυση ως προς τη φύση της Χάριτος και τον τρόπο ενεργείας της.

Το Ορθόδοξο βάπτισμα συμβολίζει θάνατο, την ταφή και την ανάσταση με τον Χριστό (Ρωμαίους, κεφ. 6, στ. 3-4 και Κολοσσαείς, κεφ. 2, στ. 12), που απαιτεί προσωπική πίστη. Κατά την εν λόγω άποψη, η συμβολική διάσταση του βαπτίσματος δεν μπορεί να γίνει βιωματικά αντιληπτή από το νήπιο, αφού η κατάδυση ως σύμβολο ταφής είναι δυσχερώς ερμηνεύσιμη στην περίπτωση των νηπίων. Και τούτο, διότι το βάπτισμα συμβολίζει τον θάνατο του παλαιού ανθρώπου και την αναγέννηση του νέου. Με δεδομένο ότι το νήπιο δεν φέρει προσωπικές αμαρτίες, τίθεται το ερώτημα: «ποιος “παλαιός άνθρωπος” θανατώνεται, ώστε να αναγεννηθεί ο “νέος άνθρωπος” της Χάριτος;»

Σύμφωνα πάντα με τις θέσεις κατά του νηπιοβαπτισμού, Ο νηπιοβαπτισμός μπορεί να οδηγήσει σε παρεξήγηση ότι το βάπτισμα σώζει από μόνο του με κάποιον... "μαγικό τρόπο", χωρίς την προϋπόθεση της προσωπικής πίστης. Αυτό θεωρείται ως "αθέμιτη προσπάθεια ενάντια στη θέληση του Θεού", καθώς με αυτόν τον τρόπο, η σωτηρία βασίζεται αποκλειστικά στη Χάρη Του, όχι στην κατήχηση και την μετάνοια που οφείλουν να προηγούνται του βαπτίσματος.

Στην απολογητική κατά του νηπιοβαπτισμού συναντούμε και τη θεολογική θέση του Τερτυλλιανού (περ. 155–220 μ.Χ.). Στο έργο του "Περί Βαπτίσματος" (κεφ. 18), δεν αμφισβητεί την εγκυρότητα του νηπιοβαπτισμού, αλλά συνιστά την καθυστέρησή του, λόγω ηλικίας και ελλείψεως ωριμότητος. Ο ίδιος μαρτυρεί ότι η πρακτική του νηπιοβαπτισμού υφίσταται ήδη στην Εκκλησία, πλην όμως θεωρεί φρονιμότερο να αναβάλλεται.

Αναλυτικότερα, ο στο κεφ. 18 («Περί των προσώπων στα οποία και του χρόνου όταν πρέπει να χορηγείται το βάπτισμα»),  τοποθετείται στις εξής θέσεις:

  • Προτιμότερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα με την ηλικία, διάθεση και συνθήκες
  • Γιατί να βιάζονται να λάβουν άφεση αμαρτιών, αφού είναι σε «αθώα ηλικία»
  • Θεωρεί τα νήπια αθώα από προσωπικές αμαρτίες
  • Κίνδυνος για τους ανάδοχους, καθώς μπορεί να πεθάνουν πριν εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, ή μπορεί το παιδί να αναπτύξει κακή συμπεριφορά αργότερα, κάνοντας τους ανάδοχους υπεύθυνους.
  • Τα παιδιά πρέπει να έρχονται στο Σώμα του Χριστού όταν μεγαλώσουν κι αφού μάθουν και γνωρίσουν τον Χριστό
Ο Τερτυλλιανός, καταλήγει στο συμπέρασμα: "Αν κάποιος κατανοεί τη βαρυσήμαντη σημασία του βαπτίσματος, θα φοβάται περισσότερο την αποδοχή του παρά την καθυστέρησή του: η υγιής πίστη εξασφαλίζει τη σωτηρία.". Η στάση αυτή αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη επιφύλαξη έναντι του νηπιοβαπτισμού, βασισμένη κυρίως στον φόβο αμαρτίας μετά το βάπτισμα και όχι σε αμφισβήτηση της εγκυρότητάς του. 

Σε παρόμοιο πνεύμα κινείται και ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας (περ. 100–165 μ.Χ.). Στο έργο του Πρώτη Απολογία, περιγράφει το βάπτισμα ως διαδικασία που αφορά εκείνους «οἵ πείθονται καὶ πιστεύουν», προϋποθέτοντας προσευχή, νηστεία και μετάνοια. Η περιγραφή αυτή υποδηλώνει σαφώς ότι το βάπτισμα συνδέεται με γνώση, συνειδητή αποδοχή και ελεύθερη επιλογή. Υπό αυτό το πρίσμα, τα νήπια αποκλείονται εμμέσως, όχι ως ανάξια της Χάριτος, αλλά ως αδύναμα να ασκήσουν την απαιτούμενη κριτική και υπαρξιακή απόφαση. Χαρακτηριστικά σημειώνει: «ἵνα μὴ μένωμεν τέκνα ἀνάγκης καὶ ἀγνοίας, ἀλλὰ τέκνα προαιρέσεως καὶ γνώσεως».

Αντίστοιχα, ο Θεόφιλος Αντιοχείας (περ. 115–188 μ.Χ.), στο έργο του Πρὸς Αὐτόλυκον, συνδέει το βάπτισμα με τη μετάνοια και την αναγέννηση όσων «προχωροῦν πρὸς τὴν ἀλήθειαν» και «ἀναγεννῶνται» πνευματικώς. Η έμφαση αυτή στην ενεργή πορεία προς την αλήθεια προϋποθέτει συνείδηση, προαίρεση και εσωτερική ανταπόκριση, στοιχεία που —κατά τη λογική της επιχειρηματολογίας— δεν μπορούν να αποδοθούν στα νήπια. Στο σημείο αυτό, η θεολογική του σκέψη συγκλίνει με εκείνη του Ιουστίνου.

Είναι ωστόσο αναγκαίο να τονιστεί ότι οι συγγραφείς αυτοί δεν απορρίπτουν ρητώς τον νηπιοβαπτισμό, ούτε διατυπώνουν απαγορευτικό κανόνα. Η θεολογία τους αναπτύσσεται κυρίως εντός ενός πλαισίου ιεραποστολικού και απολογητικού, απευθυνόμενη σε ενήλικες εξ εθνών, οι οποίοι καλούνται να εισέλθουν εκούσια στην Εκκλησία. Θα μπορούσε συνεπώς να ειπωθεί, με θεολογική ασφάλεια, ότι θεμελιώνουν την κατανόηση του βαπτίσματος στην ενεργή αποδοχή και στην οικειοθελή συμμετοχή του ανθρώπου στη Θεία Χάρη, χωρίς αυτό να συνιστά καθαυτό άρνηση της βαπτισματικής οικονομίας για τα νήπια.

Η εν Τρούλλω Σύνοδος και το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού

Η λεγόμενη ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος συνεκλήθη το έτος 691/692 μ.Χ. υπό τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄, ο οποίος, σύμφωνα με τη συνήθη βυζαντινή πολιτικοεκκλησιαστική ρητορική, επευφημήθηκε από τους παρόντες επισκόπους με τιμητικούς χαρακτηρισμούς που υποδήλωναν τον ρόλο του ως προστάτη και ρυθμιστή της εκκλησιαστικής τάξεως.

Η Σύνοδος έλαβε το όνομά της από τον τόπο συνεδριάσεως, την Αίθουσα των Τρούλλων του Ιερού Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως. Προήδρευσε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Παύλος Γ΄, ενώ αξιοσημείωτη είναι η απουσία αντιπροσώπων των υπολοίπων πατριαρχείων, της παπικής έδρας συμπεριλαμβανομένης (υπενθυμίζεται ότι το Σχίσμα έγινε το 1054, κι ως εκ τούτου την συγκεκριμένη χρονολογία η παπική έδρα είναι ακόμη Ορθόδοξη). Ο επίσκοπος Γορτύνης Βασίλειος, ο οποίος ανήκε εκκλησιαστικώς στο Ανατολικό Ιλλυρικό —περιοχή υπαγόμενη τότε στη δικαιοδοσία της Ρώμης— φέρεται σε μεταγενέστερες αναφορές να αυτοπαρουσιάστηκε ως εκπρόσωπος του Πάπα. Ωστόσο, η ιδιότητα αυτή δεν επιβεβαιώνεται ρητώς από αξιόπιστη σύγχρονη πηγή.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία παπικής επικύρωσης και την καθαρά κανονιστική (και όχι δογματική) φύση των αποφάσεών της, αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο η ἐν Τρούλλῳ Σύνοδος δεν χαρακτηρίζεται οικουμενική με τη στενή δογματική έννοια του όρου, αλλά κατατάσσεται στις τοπικές ή συμπληρωματικές συνόδους, όπως ήδη προελέχθη.

Οι κανόνες της εν Τρούλλω Συνόδου έγιναν δεκτοί από την Εκκλησία και απέκτησαν καθολική ισχύ διά της εκκλησιαστικής παραδόσεως, ιδίως στην Ανατολή. Ωστόσο, η αποδοχή αυτή αφορά την κανονική τους εφαρμογή και όχι τη μετατροπή τους σε αμετάβλητα δογματικά αξιώματα. Άλλο η κανονική ρύθμιση εντός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου και άλλο η δογματική δέσμευση της Εκκλησίας καθ’ άπαντα τον χρόνο.

Στο πλαίσιο αυτό, η εν Τρούλλω Σύνοδος συχνά επικαλείται ως τελική και αδιαμφισβήτητη απόδειξη υπέρ του νηπιοβαπτισμού. Όμως η επίκληση αυτή χρήζει προσοχής. Η Σύνοδος δεν εισάγει νέο δόγμα περί βαπτίσματος, ούτε διατυπώνει θεολογική ανάλυση της σωτηριολογικής αναγκαιότητας του νηπιοβαπτισμού. Αντιθέτως, αποτυπώνει και ρυθμίζει μία ήδη υφιστάμενη εκκλησιαστική πρακτική, η οποία είχε διαμορφωθεί σταδιακά μέσα από ποιμαντική ανάγκη και εκκλησιαστική οἰκονομία.

Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η καθιέρωση μιας πρακτικής μέσω κανονικών αποφάσεων δεν ταυτίζεται αυτομάτως με αποστολική εντολή ή δογματική επιταγή. Η Εκκλησία, ενεργώντας ως σώμα ζωντανό μέσα στην ιστορία, έχει τη δυνατότητα να οικονομήσει, να προσαρμόσει και να ρυθμίσει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε κανονική ρύθμιση αποτελεί έκφραση αμετάβλητης θείας εντολής.

Η ιστορική συγκυρία εντός της οποίας έδρασε η εν Τρούλλω Σύνοδος δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η αύξηση της παιδικής θνησιμότητας σε ορισμένες περιοχές, η μετάβαση από κατηχούμενη σε κατά κύριο λόγο «κληρονομημένη» χριστιανική ταυτότητα, καθώς και η ανάγκη ενσωμάτωσης των παιδιών χριστιανικών οικογενειών στο εκκλησιαστικό σώμα, οδήγησαν την Εκκλησία σε ποιμαντικές επιλογές που αποσκοπούσαν στην προστασία και όχι στην αλλοίωση της σωτηριολογικής της διδασκαλίας.

Συνεπώς, η εν Τρούλλω Σύνοδος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αφετηρία δογματικής θεμελίωσης του νηπιοβαπτισμού, αλλά ως μαρτυρία μιας εκκλησιαστικής επιλογής εντός συγκεκριμένων ιστορικών και ποιμαντικών συνθηκών. Η μεταγενέστερη απόλυτη ταύτιση του νηπιοβαπτισμού με το Ορθόδοξο δόγμα, χωρίς διάκριση μεταξύ δόγματος και κανονικής οἰκονομίας, συνιστά θεολογική υπέρβαση που δεν αντλεί άμεσα από την πατερική και συνοδική παράδοση, αλλά από την ανάγκη σταθεροποίησης μιας πρακτικής που είχε ήδη επικρατήσει.

Η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στην ακύρωση της πρακτικής του νηπιοβαπτισμού, αλλά στην αποκατάσταση της θεολογικής ακρίβειας. Άλλο η Εκκλησία που ποιμαίνει και οικονομεῖ, και άλλο η Εκκλησία που δογματίζει. Η σύγχυση αυτών των δύο επιπέδων οδηγεί είτε σε άκριτη απολυτοποίηση είτε σε άγονη απόρριψη — και τα δύο ξένα προς το ορθόδοξο ήθος.

Κατακλείδα - Συμπεράσματα

Εκ των προεκτεθέντων καθίσταται φανερόν ότι το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού δεν αποτελεί απλώς μία λειτουργική ή ποιμαντική πρακτική, αλλά βαθύτατο θεολογικό και εκκλησιολογικό πρόβλημα. Η μαρτυρία της Αγίας Γραφής, η πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας και η πατερική θεολογία των πρώτων αιώνων συγκλίνουν σαφώς στην ακολουθία: κατήχηση – μετάνοια – ομολογία πίστεως – βάπτισμα. Η ανατροπή αυτής της τάξεως δεν μαρτυρεί εξέλιξη του δόγματος, αλλά οιονεί οικονoμική παρέκκλιση, η οποία με την πάροδο του χρόνου εδραιώθηκε ως κανονικότητα.

Ο νηπιοβαπτισμός, όπως επικράτησε ιστορικώς, δεν εδράζεται σε ρητή αποστολική εντολή, ούτε σε καθολική και αδιαμφισβήτητη πατερική συναίνεση. Αντιθέτως, προέκυψε εντός συγκεκριμένων ιστορικών, κοινωνικών και ποιμαντικών συνθηκών, κυρίως λόγω αυξημένης θνησιμότητας και εκκλησιαστικής αγωνίας περί της σωτηρίας των νηπίων. Η μεταγενέστερη κανονική του θεμελίωση, ιδίως μέσω της εν Τρούλλω Συνόδου, δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται περί τοπικής ρυθμίσεως, η οποία δεν φέρει τα γνωρίσματα οικουμενικής δογματικής δεσμευτικότητας.

Η επίκληση της Χάριτος του Θεού ως επαρκούς αιτίου σωτηρίας άνευ συνειδητής πίστεως, μετανοίας και ελεύθερης αποδοχής, ελλοχεύει τον κίνδυνο αλλοιώσεως της σωτηριολογικής ισορροπίας της Εκκλησίας. Η Χάρη δεν ενεργεί μαγικώς, ούτε παρακάμπτει το αυτεξούσιο του ανθρώπου, αλλά προϋποθέτει συνεργία, αποδοχή και ενεργό συμμετοχή. Η Εκκλησία ανέκαθεν γνώριζε ότι το βάπτισμα δύναται να «νεκρωθεί», όταν δεν ακολουθείται από ζωή μετανοίας και εκκλησιαστικής συνειδήσεως.

Η σύγχρονη πραγματικότητα, στην οποία πλήθος βαπτισμένων ζουν ως ακατήχητοι, αποκομμένοι από το εκκλησιαστικό σώμα και χωρίς στοιχειώδη επίγνωση της πίστεως που υποτίθεται ότι έλαβαν, φανερώνει ότι η μετάθεση της κατήχησης μετά το βάπτισμα απέτυχε ποιμαντικώς. Η δε συχνά προβαλλόμενη δικαιολογία «με ρώτησε κανείς αν ήθελα να βαπτιστώ;» δεν είναι απλώς κοινωνικό επιχείρημα, αλλά θεολογικό σύμπτωμα μιας εκκλησιαστικής πρακτικής που αποξένωσε το μυστήριο από την προσωπική συνείδηση.

Συνεπώς, το ερώτημα περί του νηπιοβαπτισμού δεν δύναται να αντιμετωπισθεί με συναισθηματικούς ή παραδοσιοκρατικούς όρους, αλλά απαιτεί νηφάλια επιστροφή στις πηγές: στην Αγία Γραφή, στην αρχαία εκκλησιαστική πράξη και στη θεολογία της ελευθερίας του προσώπου. Η επανεξέταση δεν ισοδυναμεί με άρνηση της Εκκλησίας, αλλά με σεβασμό προς την αλήθεια της.

Εάν η Εκκλησία καλείται να είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας», τότε οφείλει να διακρίνει με παρρησία μεταξύ δόγματος και οικονομίας, μεταξύ αποστολικής παραδόσεως και ιστορικής προσαρμογής. Και τούτο, όχι για να καταργήσει ό,τι επικράτησε, αλλά για να επαναφέρει το βάπτισμα στη θέση που του αρμόζει: όχι ως τυπική τελετή, αλλά ως συνειδητή, ελεύθερη και σωτηριώδη είσοδο του ανθρώπου στο Σώμα του Χριστού.

Μετα-κατακλείδα

(Προσωπική θέση του συγγραφέα)

Οσα προηγήθηκαν δεν αποσκοπουν στη δημιουργια νεας εκκλησιολογικης ταυτοτητας ουτε στη μηδενιση της πατερικης παραδοσης, αλλα στην εντιμη αναμετρηση με τα ορια της. Προσωπικα, θεωρω οτι ο νηπιοβαπτισμος, οπως εδραιωθηκε ιστορικα, αποτελει περισσοτερο ποιμαντικη και κοινωνικη απαντηση σε συγκεκριμενες αναγκες μεταγενεστερων αιωνων, παρα αμεση συνεχεια της αποστολικης πραξης. Η βαπτισματικη πραξη, αποκομμενη απο τη συνειδητη μετανοια, την ομολογια πιστεως και την ελευθερη συγκαταθεση του προσωπου, κινδυνευει να μεταβληθει απο μυστηριο σωτηριας σε τελετουργικη προεξοφληση της χαριτος.

Χωρις να αγνοω τη βαθυτατη θεολογικη αγωνία που γεννησε την υπερασπιση του νηπιο βαπτισμου, ιδιαιτερα στο πλαισιο της αντιπαραθεσης με τον πελαγιανισμο, παραμενω πεπεισμενος οτι η αρχαια εκκλησιαστικη συνειδηση γνωριζε και ανεχοταν την αναβολη του βαπτισματος ως πνευματικα εγκυρη επιλογη. Κατα συνεπεια, η επαναφορα του βαπτισματος ως ελευθερης, συνειδητης και υπαρξιακης απαντησης του ανθρωπου στην κληση του Θεου δεν συνιστα καινοτομια, αλλα επιστροφη σε μια παλαιοτερη, αυστηροτερη και βαθια προσωπικη κατανοηση του μυστηριου.

Εύχομαι το πόνημα αυτό, να βοήθησε στην κατανόηση του ζητήματος και να αποτέλεσε για τον αναγνώστη ένα πόνημα γνώσης. Αμήν. Γένοιτο. 

Υποσημειωσεις – Πατερικα παραθεματα

[1] Διδαχη των Αποστολων (τελη 1ου – αρχες 2ου αι.)

«Προ δε του βαπτισματος προνηστευσαντω ο βαπτιζων και ο βαπτιζομενος»

(Διδαχη, Ζ΄, 4)

→ Η ρητη συνδεση του βαπτισματος με νηστεια και προετοιμασια προϋποθετει συνειδητη συμμετοχη και δεν συνταιριαζει ευκολα με την περιπτωση νηπιων.

[2] Τερτυλλιανος, Περι Βαπτισματος

«Δια τι βιαζονται τα αθωα νηπια προς αφεσιν αμαρτιων; Ας ελθουν οταν δυνηθωσι μαθειν, οταν διδαχθωσι εις τι ερχονται.»

(Tertullianus, De Baptismo, 18)

→ Ειναι η σαφεστερη πατερικη μαρτυρια επιφυλαξης, αν οχι ανοιχτης αντιρρησης, προς τον νηπιοβαπτισμο.

[3] Γρηγοριος ο Θεολογος, Λογος Μ΄ (Εις το Αγιον Βαπτισμα)

«Κρειττον αναβαλλειν το βαπτισμα ολιγον, η τολμαν ανευ κινδυνου και ανευ συνειδησεως.»

(Oratio 40, 28)

→ Ο Γρηγοριος δεν αρνειται απολυτα τον νηπιοβαπτισμο, αλλα αναγνωριζει ως θεμιτη και συνετη την αναβολη του, πλην περιπτωσεων κινδυνου θανατου.

[4] Κυριλλος Ιεροσολυμων, Κατηχησεις

Ολο το κατηχητικο του εργο απευθυνεται σε ενηλικους κατηχουμενους, με εντονη εμφαση στη μετανοια, την εξομολογηση και τη συνειδητη αποδοχη του βαπτισματος.

→ Η πραξη της κατηχησης πριν το βαπτισμα μαρτυρει οτι το μυστηριο νοειται ως κορυφωση προσωπικης πνευματικης πορειας.

[5] Ιστορικο συμπερασμα

Η καθολικη και ανεπιφυλακτη επικρατηση του νηπιοβαπτισμου απαντα κυριως απο τον 5ο αιωνα και εξης, σε αμεση συναρτηση με τη δογματικη εμβαθυνση του προπατορικου αμαρτηματος και τον φοβο της αβαπτιστης σωτηριας.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"

Χριστός γεννάται, η πλάσις αναγεννάται