Το θέλημα του Θεού: μυστήριο, ελευθερία και υπακοή
Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς
(email: orthologein@gmail.com
Telegram: https://t.me/orthologein
Discord: https://discord.gg/e3qGpCQJu )
Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Το θέλημα του Θεού αποτελεί ένα από τα πλέον συζητημένα, αλλά και παρεξηγημένα ζητήματα της πνευματικής ζωής. Πολλοί το αναζητούν ως απάντηση σε πρακτικά ερωτήματα της καθημερινότητας, άλλοι το ταυτίζουν με ό,τι συμβαίνει στον κόσμο, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που το αντιμετωπίζουν ως κάτι ακατανόητο και απρόσιτο. Ωστόσο, η πατερική παράδοση της Εκκλησίας προσφέρει μία σαφή και ταυτόχρονα βαθιά προσέγγιση, η οποία αποκαθιστά την αλήθεια και επανατοποθετεί το ζήτημα στη σωστή του βάση.
Τι δεν είναι το θέλημα του Θεού
Ένα από τα συνηθέστερα λάθη είναι η ταύτιση του θελήματος του Θεού με κάθε γεγονός που συμβαίνει στον κόσμο. Η άποψη ότι «ό,τι γίνεται είναι θέλημα Θεού» οδηγεί σε σοβαρές θεολογικές στρεβλώσεις, διότι αποδίδει στον Θεό ακόμη και το κακό, την αδικία και την αμαρτία.
Η Εκκλησία ουδέποτε δίδαξε κάτι τέτοιο. Ο Θεός δεν είναι αίτιος του κακού, ούτε επιθυμεί την πτώση του ανθρώπου. Αντιθέτως, η ύπαρξη του κακού συνδέεται με την ανθρώπινη ελευθερία και την απομάκρυνση από τον Θεό. Η αδιάκριτη απόδοση όλων των γεγονότων στο θείο θέλημα ακυρώνει τόσο την ανθρώπινη ευθύνη όσο και την αγαθότητα του Θεού.
Η διάκριση μεταξύ ευδοκίας και παραχωρήσεως
Οι Πατέρες της Εκκλησίας διακρίνουν σαφώς μεταξύ του θελήματος της ευδοκίας και της θείας παραχωρήσεως. Το θέλημα της ευδοκίας αναφέρεται σε ό,τι ο Θεός επιθυμεί πραγματικά, δηλαδή τη σωτηρία του ανθρώπου, την αγιότητα, την αγάπη και την κοινωνία με Αυτόν. Κατά τον λόγο της Γραφής, «ὁ Θεός θέλει πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».
Αντιθέτως, η παραχώρηση αφορά εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο Θεός επιτρέπει, χωρίς όμως να τα θέλει. Οι δοκιμασίες, οι θλίψεις και ακόμη και το κακό, δεν αποτελούν έκφραση της θείας ευδοκίας, αλλά συνέπεια της ανθρώπινης ελευθερίας και μέσο παιδαγωγίας. Ο Θεός, χωρίς να καταργεί την ελευθερία, εργάζεται μέσα από τις καταστάσεις αυτές για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Η πατερική διδασκαλία
Ιδιαίτερη σημασία στο ζήτημα αυτό έχει η διδασκαλία του Μαξίμου του Ομολογητή, ο οποίος διακρίνει μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Το φυσικό θέλημα του ανθρώπου είναι προσανατολισμένο προς το αγαθό και την κοινωνία με τον Θεό, ενώ το γνωμικό θέλημα σχετίζεται με την προσωπική επιλογή και μπορεί να παρεκκλίνει.
Στο πρόσωπο του Χριστού, το ανθρώπινο θέλημα δεν καταργείται, αλλά τελειοποιείται, καθώς ευθυγραμμίζεται πλήρως με το θείο. Η προσευχή στη Γεθσημανή, «πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ», αποκαλύπτει την τέλεια υπακοή και την αρμονία των δύο θελήσεων.
Η πατερική θεολογία, επομένως, δεν βλέπει το θέλημα του Θεού ως εξωτερική επιβολή, αλλά ως πρόσκληση σε ελεύθερη κοινωνία.
Πώς φανερώνεται το θέλημα του Θεού
Το θέλημα του Θεού δεν αποκαλύπτεται με μαγικό ή μαντικό τρόπο. Δεν αποτελεί κρυφή γνώση που αποκαλύπτεται σε λίγους, αλλά φανερώνεται ήδη με σαφήνεια μέσα από την Αγία Γραφή και τη ζωή της Εκκλησίας.
Ο άνθρωπος καλείται να το αναγνωρίσει μέσα από την τήρηση των εντολών, την καλλιέργεια της συνείδησης, την προσευχή και τον πνευματικό αγώνα. Η ταπείνωση και η διάκριση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την κατανόηση του θελήματος του Θεού. Όσο ο άνθρωπος καθαρίζεται από τα πάθη, τόσο καθίσταται ικανός να διακρίνει το θέλημα του Θεού στη ζωή του.
Το πρόβλημα της ανθρώπινης αναζητήσεως
Πολλοί επιθυμούν να γνωρίσουν το θέλημα του Θεού για συγκεκριμένες αποφάσεις της ζωής τους, χωρίς όμως να εφαρμόζουν το ήδη φανερωμένο θέλημα. Η αντίφαση αυτή οδηγεί σε σύγχυση και πνευματική στασιμότητα.
Η Εκκλησία διδάσκει ότι το θέλημα του Θεού δεν αποκαλύπτεται ως πληροφορία προς ικανοποίηση της περιέργειας, αλλά ως πορεία ζωής. Εκείνος που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού στα μικρά και καθημερινά, καθίσταται ικανός να το αναγνωρίσει και στα μεγαλύτερα.
Το θέλημα του Θεού και η πορεία της ανθρωπότητας
Ένα από τα ερωτήματα που συχνά τίθενται είναι κατά πόσον το θέλημα του Θεού συνδέεται με την ιστορική πορεία της ανθρωπότητας και ιδίως με την πρόοδο του κόσμου. Ο σύγχρονος άνθρωπος, επηρεασμένος από την έννοια της τεχνολογικής και κοινωνικής εξελίξεως, τείνει να θεωρεί ότι το θέλημα του Θεού ταυτίζεται με μία διαρκή βελτίωση των εξωτερικών συνθηκών της ζωής.
Η πατερική παράδοση, όμως, δεν επιβεβαιώνει μία τέτοια αντίληψη. Ο Θεός δεν υπόσχεται την αδιάκοπη υλική πρόοδο του κόσμου, ούτε εγγυάται μία ιστορική πορεία απαλλαγμένη από κρίσεις και δοκιμασίες. Το κέντρο του θείου θελήματος δεν είναι η εξωτερική ευημερία, αλλά η σωτηρία του ανθρώπου.
Κατά τον Ισαάκ τον Σύρο, ο Θεός εργάζεται πρωτίστως για την ίαση της ψυχής και όχι για την άνεση του σώματος. Η ιστορία, επομένως, δεν εξελίσσεται γραμμικά προς μία επίγεια τελειότητα, αλλά λειτουργεί ως χώρος δοκιμασίας, μετανοίας και σωτηρίας.
Ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο για να εγκαθιδρύσει μία κοσμική ευημερία, αλλά για να καλέσει τον άνθρωπο σε μετάνοια και αιώνια ζωή. Η ίδια η ιστορική πραγματικότητα, με τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες της, αποκαλύπτει ότι ο κόσμος «ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπεται από τον Θεό, αλλά ότι δεν αποτελεί τον τελικό προορισμό του ανθρώπου.
Το θέλημα του Θεού, επομένως, δεν πρέπει να αναζητείται στην πορεία των εξωτερικών γεγονότων, αλλά στην πρόσκληση προς σωτηρία που απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο προσωπικά.
Γιατί ο Θεός δεν επεμβαίνει στο κακό
Ίσως το πιο δύσκολο και επώδυνο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: εάν ο Θεός είναι αγαθός και παντοδύναμος, γιατί δεν επεμβαίνει για να αποτρέψει το κακό, τους πολέμους, τις δολοφονίες, τους βιασμούς ή τον θάνατο αθώων ανθρώπων, ιδίως παιδιών;
Η απάντηση της Εκκλησίας δεν είναι απλοϊκή ούτε επιφανειακή. Το κακό δεν προέρχεται από τον Θεό, αλλά από την ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο, και η ελευθερία αυτή αποτελεί προϋπόθεση της αγάπης. Χωρίς ελευθερία, δεν υπάρχει ούτε αληθινή σχέση ούτε σωτηρία.
Εάν ο Θεός επενέβαινε διαρκώς για να αποτρέπει κάθε κακό, θα καταργούσε ουσιαστικά την ανθρώπινη ελευθερία. Ο άνθρωπος θα λειτουργούσε ως ένα ον εξαναγκασμένο στο καλό, χωρίς δυνατότητα επιλογής. Μία τέτοια κατάσταση, όμως, δεν θα ήταν σωτηρία, αλλά πνευματική ακύρωση.
Κατά τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, ο Θεός επιτρέπει το κακό όχι ως θέλημα, αλλά ως αποτέλεσμα της ελευθερίας, μετατρέποντάς το, όπου είναι δυνατόν, σε μέσο παιδαγωγίας και σωτηρίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πόνος ερμηνεύεται εύκολα ή ότι κάθε τραγωδία αποκτά άμεση εξήγηση.
Η παρουσία του Θεού δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως εξωτερική επέμβαση, αλλά ως μυστική συνοδοιπορία. Ο Θεός δεν είναι απών μέσα στον πόνο, αλλά παρών με τρόπο που συχνά υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση. Η κορύφωση αυτής της αλήθειας βρίσκεται στον Σταυρό του Χριστού, όπου ο ίδιος ο Θεός εισέρχεται στο ανθρώπινο πάθος, χωρίς να το καταργεί, αλλά μεταμορφώνοντάς το.
Σύγχρονη πρόκληση και ανθρώπινη ευθύνη
Σε μία εποχή όπου ο άνθρωπος αξιώνει έναν κόσμο χωρίς πόνο, χωρίς αδικία και χωρίς θάνατο, το ερώτημα περί του θελήματος του Θεού τίθεται συχνά με όρους απαιτήσεως. Γιατί ο Θεός δεν σταματά τους πολέμους, γιατί δεν αποτρέπει τις τραγωδίες, γιατί δεν επιβάλλει το καλό;
Η απαίτηση αυτή, όσο κατανοητή και αν είναι, κρύβει μία βαθιά αντίφαση. Ο άνθρωπος ζητεί από τον Θεό να καταργήσει το κακό, χωρίς όμως να είναι διατεθειμένος να εγκαταλείψει την ελευθερία που το γεννά. Ζητεί έναν κόσμο δίκαιο, χωρίς να αποδέχεται την προσωπική του ευθύνη για την αδικία. Επιθυμεί την ειρήνη, χωρίς να θυσιάζει τα πάθη που γεννούν τη σύγκρουση.
Ο Θεός δεν οικοδομεί έναν κόσμο εξαναγκασμού, αλλά έναν χώρο ελευθερίας. Και μέσα σε αυτήν την ελευθερία, ο άνθρωπος καλείται όχι να κατηγορήσει τον Θεό για το κακό, αλλά να αναλάβει την ευθύνη της μεταμορφώσεώς του. Διότι όσο ο άνθρωπος αναζητεί το θέλημα του Θεού έξω από τον εαυτό του, θα παραμένει σε σύγχυση. Όταν όμως στραφεί προς τα μέσα, τότε θα ανακαλύψει ότι το πρώτο και ουσιαστικό θέλημα του Θεού είναι η αλλαγή της ίδιας του της καρδιάς.
Κατακλείδα
Το θέλημα του Θεού δεν είναι ένα αίνιγμα προς επίλυση, αλλά μία κλήση προς ζωή μέσα σε έναν κόσμο που παραμένει τραυματισμένος. Δεν αποκαλύπτεται ως πληροφορία για να εξηγήσει τα γεγονότα της ιστορίας, αλλά ως πρόσκληση προς σωτηρία μέσα σε αυτά. Ο άνθρωπος συχνά αναζητεί το θέλημα του Θεού στα εξωτερικά γεγονότα, ενώ αυτό φανερώνεται ήδη με σαφήνεια στην πρόσκληση προς μετάνοια και αγάπη.
Ο κόσμος δεν πορεύεται κατ’ ανάγκην προς μία ορατή τελειότητα, όμως το θέλημα του Θεού παραμένει αμετάβλητο: η σωτηρία του ανθρώπου. Μέσα στις αντιφάσεις της ιστορίας, ο Θεός δεν παύει να καλεί τον άνθρωπο σε ελευθερία, όχι απομακρύνσεως, αλλά κοινωνίας.
Το μυστήριο του κακού δεν λύνεται με εύκολες απαντήσεις, αλλά φωτίζεται από την παρουσία του Θεού που εισέρχεται στον πόνο. Και τελικώς, το θέλημα του Θεού δεν αποκαλύπτεται σε εκείνον που ζητεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά σε εκείνον που αγωνίζεται να μεταμορφώσει τον εαυτό του.
Βιβλιογραφία
- Αγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, εκδ. Αποστολικής Διακονίας.
- Μάξιμος ο Ομολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν.
- Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ὁμιλίαι εἰς τὰ Εὐαγγέλια.
- Βασίλειος ο Μέγας, Ἀσκητικοὶ Λόγοι.
- Ισαάκ ο Σύρος, Λόγοι Ἀσκητικοί.
- Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.
- Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Βυζαντινή Θεολογία.
- Ιωάννης Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου