Η Ελληνορθόδοξη Θεουργία: Η συνεργία του ανθρώπου με την θεία χάρη

 


Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς

(email: orthologein@gmail.com

Telegram: https://t.me/orthologein

Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.

Σήμερα επέλεξα να παρουσιάσω στην αγάπη σας ένα θέμα που σπανίως αναφέρεται δημόσια και ακόμη σπανιότερα εξηγείται σωστά: την Ελληνορθόδοξη Θεουργία. Πρόκειται για μία πνευματική εργασία που στον χώρο του αποκρυφισμού αποκαλείται «η υπέρτατη τέχνη» ή «η τέχνη των τεχνών», όμως στην πραγματικότητα η ουσία της είναι πολύ διαφορετική από όσα συνήθως φαντάζεται ο κόσμος.

Η ελληνορθόδοξη θεουργία δεν είναι μαγεία, ούτε κάποια μυστική τεχνική μέσω της οποίας ο άνθρωπος αποκτά υπερφυσικές δυνάμεις. Αντιθέτως, αποτελεί μορφή πνευματικής διακονίας που στηρίζεται στην προσευχή, στην ταπείνωση και στην συνεργία του ανθρώπου με την χάρη του Θεού.

Αποφάσισα να γράψω αυτό το άρθρο διότι πολλές φορές, όταν αναφέρω ότι ασκώ ελληνορθόδοξη θεουργία, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει ο όρος αυτός. Αυτό είναι απολύτως φυσικό, καθώς οι άνθρωποι που ασχολούνται με τέτοιου είδους πνευματική εργασία σπανίως μιλούν δημόσια για αυτήν. Όχι επειδή πρόκειται για κάτι σκοτεινό ή μυστικιστικό, αλλά επειδή η φύση της εργασίας αυτής απαιτεί διακριτικότητα και ταπείνωση.

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω με απλό και κατανοητό τρόπο τι είναι η ελληνορθόδοξη θεουργία, ποια είναι η ιστορική της πορεία, ποιος είναι ο ρόλος του θεουργού και ποια είναι η θέση αυτής της πνευματικής εργασίας μέσα στην ζωή της Εκκλησίας.

Ας δούμε λοιπόν με τη σειρά τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν αυτήν την ιδιαίτερη μορφή πνευματικής διακονίας.

Τι είναι Θεουργία

Ετυμολογικά η λέξη «θεουργία» προέρχεται από τις λέξεις «Θεός» και «έργον». Κυριολεκτικά σημαίνει το έργο του Θεού ή την ενέργεια του Θεού μέσα στον κόσμο και στον άνθρωπο.

Στην χριστιανική θεολογία ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να δηλώσει την ενέργεια της θείας χάριτος που αγιάζει τον άνθρωπο. Ιδιαίτερα στα έργα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου η θεουργία συνδέεται με την ιεραρχική ζωή της Εκκλησίας και με τα ιερά μυστήρια, μέσα από τα οποία ενεργεί ο ίδιος ο Θεός.

Στην αρχαιότητα όμως ο όρος χρησιμοποιήθηκε και σε φιλοσοφικά ή θρησκευτικά συστήματα για να περιγράψει τελετουργικές πρακτικές που αποσκοπούσαν στην ένωση του ανθρώπου με το θείο. Η χριστιανική παράδοση διαφοροποιήθηκε από αυτές τις αντιλήψεις, τονίζοντας ότι η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό δεν επιτυγχάνεται με τεχνικές ή τελετουργίες αλλά με την χάρη του Θεού και την πνευματική ζωή μέσα στην Εκκλησία.

Στην Αγία Γραφή βλέπουμε ότι ο Θεός ενεργεί θαυμαστά μέσα από ανθρώπους που αφιερώθηκαν σε Αυτόν, όπως ο Μωυσής, ο προφήτης Ηλίας και άλλοι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενεργούσαν με δική τους δύναμη αλλά ως όργανα της θείας ενεργείας.

Ιστορική αναδρομή

Η έννοια της θεουργίας εμφανίζεται ήδη στην αρχαία φιλοσοφία, ιδιαίτερα στον νεοπλατωνισμό των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων. Φιλόσοφοι όπως ο Ιάμβλιχος χρησιμοποίησαν τον όρο για να περιγράψουν τελετουργικές πρακτικές μέσω των οποίων ο άνθρωπος επιδίωκε την ένωση με το θείο.

Στις αντιλήψεις αυτές η θεουργία συνδεόταν με τελετές, επικλήσεις και συμβολικές πράξεις που θεωρούνταν ότι μπορούσαν να προσελκύσουν την δύναμη των θεών. Οι πρακτικές αυτές ποίκιλαν ανάλογα με την θρησκεία, την περιοχή και την φιλοσοφική παράδοση.

Η χριστιανική παράδοση, όμως, έδωσε στον όρο διαφορετικό περιεχόμενο. Στην ορθόδοξη θεολογία η αληθινή θεουργία δεν είναι ανθρώπινη τεχνική αλλά ενέργεια της θείας χάριτος. Η κορυφή αυτής της θεουργικής ενεργείας βρίσκεται στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία τελούνται από τους κληρικούς που έχουν λάβει την Αποστολική Διαδοχή.

Οι ελληνορθόδοξοι θεουργοί, συμμετέχουν επίσης στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μέσα από την προσευχή, την άσκηση και τις ευλογίες της Εκκλησίας, πάντοτε όμως με διάκριση και υπό την καθοδήγηση των πνευματικών τους πατέρ ων.

Ο θεουργός

Ο θεουργός δεν είναι κάποιος που απλώς αποφάσισε μια ημέρα να ασχοληθεί με την πνευματική εργασία. Όπως συμβαίνει και με τον μοναχισμό ή την ιερωσύνη, προηγείται πάντοτε κάποια μορφή κλήσεως από τον Θεό. Η κλήση αυτή δεν είναι πάντοτε άμεση ή θεαματική· πολλές φορές εκδηλώνεται μέσα από γεγονότα της ζωής, από εσωτερικές παροτρύνσεις ή από περιστάσεις που οδηγούν τον άνθρωπο προς έναν συγκεκριμένο δρόμο.

Στην προσωπική μου πορεία, τα πρώτα σημάδια αυτής της κλήσεως εμφανίσθηκαν γύρω στο 1999 και έγιναν σαφέστερα αρκετά χρόνια αργότερα. Ομολογώ ότι για μεγάλο διάστημα προσπάθησα να αποφύγω αυτή την πορεία, διότι γνώριζα το βάρος και την ευθύνη που συνεπάγεται. Εργάστηκα σε διάφορους τομείς της ζωής, ελπίζοντας ότι θα ακολουθήσω έναν διαφορετικό δρόμο. Ωστόσο η ζωή πολλές φορές οδηγεί τον άνθρωπο εκεί όπου η θεία πρόνοια τον καλεί.

Σταδιακά κατανόησα ότι η πνευματική εργασία που μου εμπιστεύθηκε ο Θεός δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Έτσι, με την ευλογία του πνευματικού μου πατέρα, αποδέχθηκα αυτό το διακόνημα και άρχισα να εργάζομαι με διάκριση και υπακοή.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια αυτής της πορείας συνέγραψα μία απλή ευχή κατά της βασκανίας, την οποία ευλόγησε ο πνευματικός μου. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτή η προσευχή θα με συνόδευε σε όλη την μετέπειτα πορεία μου.

Ο ελληνορθόδοξος θεουργός οφείλει πρωτίστως να ζει βίο ενάρετο και κατά Θεόν. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να είναι άνθρωπος και ότι δεν πέφτει σε αμαρτίες. Σημαίνει όμως ότι αγωνίζεται διαρκώς με μετάνοια, προσευχή και ταπείνωση.

Η ζωή του έχει συχνά έναν ασκητικό χαρακτήρα. Αποφεύγει την αργολογία, αγαπά την ησυχία και αφιερώνει χρόνο στην προσευχή. Για τον λόγο αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί, κατά κάποιον τρόπο, ως ένας κοσμοκαλόγηρος, δηλαδή άνθρωπος που ζει μέσα στον κόσμο αλλά προσπαθεί να διατηρεί έναν εσωτερικό μοναχικό αγώνα.

Στον χώρο της κατοικίας του υπάρχει συνήθως ένας ιδιαίτερος τόπος προσευχής. Πρόκειται για ένα καθαγιασμένο τραπέζι ή προσευχητάρι όπου τοποθετούνται οι ιερές εικόνες, η κανδήλα και τα λειτουργικά αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στην προσευχή. Ο χώρος αυτός αφιερώνεται αποκλειστικά στην προσευχή και στην πνευματική εργασία.

Κατά την τέλεση των προσευχών ή των ευχών, ο θεουργός μπορεί να χρησιμοποιεί καθαγιασμένο ένδυμα ή τα καθημερινά του ρούχα αφού προηγουμένως τα ευλογήσει. Όλα όμως τελούνται πάντοτε με την επίκληση του Τριαδικού Θεού και με πλήρη επίγνωση ότι η δύναμη δεν προέρχεται από τον άνθρωπο αλλά από την θεία χάρη.

Η διαφορά μεταξύ Θεουργίας και μαγείας

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να γίνει μια σημαντική διευκρίνιση, διότι πολλοί άνθρωποι συγχέουν την θεουργία με την μαγεία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Η μαγεία αποτελεί προσπάθεια του ανθρώπου να επιβάλει την θέλησή του επάνω στον πνευματικό ή στον υλικό κόσμο. Ο μάγος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τελετές, σύμβολα ή επικλήσεις προκειμένου να χειραγωγήσει δυνάμεις που θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει. Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή μαγείας, διότι αποτελεί έκφραση υπερηφάνειας και πνευματικής πλάνης.

Η Θεουργία, αντιθέτως, δεν είναι επιβολή της ανθρώπινης θελήσεως αλλά συνεργία με την θεία χάρη. Ο θεουργός δεν ενεργεί με δική του δύναμη, ούτε επιχειρεί να εξαναγκάσει τον Θεό ή τις πνευματικές δυνάμεις να ενεργήσουν. Προσεύχεται και επικαλείται την θεία βοήθεια με ταπείνωση, αφήνοντας πάντοτε το αποτέλεσμα στην βούληση του Θεού.

Αυτό είναι και το σημείο που διαφοροποιεί ριζικά την ελληνορθόδοξη θεουργία από τις αποκρυφιστικές πρακτικές. Στην ορθόδοξη παράδοση η δύναμη δεν προέρχεται από τεχνικές, σύμβολα ή μυστικές γνώσεις αλλά από την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος απλώς προσεύχεται και ζητά την επέμβαση του Θεού.

Οι Άγιοι της Εκκλησίας αποτελούν το κατεξοχήν παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Πολλοί από αυτούς επιτέλεσαν θαυμαστά έργα, θεραπείες ή εκβολή δαιμονίων, όμως ουδέποτε ισχυρίστηκαν ότι ενεργούν με δική τους δύναμη. Αντιθέτως πάντοτε απέδιδαν τα πάντα στον Θεό.

Για τον λόγο αυτό στην ελληνορθόδοξη θεουργία η ταπείνωση αποτελεί θεμέλιο. Όπου υπάρχει υπερηφάνεια, αυτοπροβολή ή επιθυμία εξουσίας, εκεί η πνευματική εργασία παύει να είναι θεουργική και κινδυνεύει να μετατραπεί σε πνευματική πλάνη.

Ο αληθινός σκοπός της θεουργίας δεν είναι η επίδειξη δύναμης ούτε η ικανοποίηση περιέργειας. Σκοπός της είναι η βοήθεια του ανθρώπου, η προσευχή υπέρ των πασχόντων και η συνεργασία με την χάρη του Θεού για την πνευματική ωφέλεια των αν θρώπων.

Η θεουργική ενέργεια στην Αγία Γραφή

Η Αγία Γραφή μάς παρουσιάζει πολλά παραδείγματα όπου ο Θεός ενεργεί μέσα από ανθρώπους, οι οποίοι έγιναν όργανα της θείας βουλήσεως. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενεργούσαν με δική τους δύναμη, αλλά ως λειτουργοί της θείας χάριτος. Αυτό αποτελεί και το ουσιαστικότερο χαρακτηριστικό κάθε θεουργικής εργασίας.

Η θεουργική μου τράπεζα.
Είναι φτιαγμένη από σκαλιστό ξύλο και έχει ως στήριγμα ένα τρίπτυχο πόδι. Κάθε πτυχή του ποδιού συμβολίζει κι ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Στη φωτογραφία διακρίνονται: το Τετραευαγγέλιο, η Αγία Λόγχη, η Φλεγόμενη και μη καιόμενη Βάτος, Τίμιος Σταυρός από τα Ιεροσόλυμα, Ακοίμητη Κανδήλα, ιερές εικόνες και μελισσοκέρια.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι ο Μωυσής. Ο προφήτης Μωυσής δεν επιτέλεσε τα μεγάλα έργα της Εξόδου με προσωπική δύναμη, αλλά κατόπιν θείας εντολής. Με την δύναμη του Θεού άνοιξε η Ερυθρά Θάλασσα, με την δύναμη του Θεού έπεσε το μάννα από τον ουρανό και με την δύναμη του Θεού αναβλύσθηκε νερό από τον βράχο στην έρημο. Ο ίδιος ο Μωυσής επανειλημμένως τονίζει ότι όλα αυτά έγιναν όχι από ανθρώπινη δύναμη αλλά από την ενέργεια του Θεού.

Παρόμοια περίπτωση αποτελεί και ο Ηλίας. Ο προφήτης Ηλίας προσευχήθηκε και η φωτιά του Θεού κατέβηκε από τον ουρανό, κατακαίοντας την θυσία στο όρος Κάρμηλο. Δεν επρόκειτο για ανθρώπινη τεχνική ή για κάποια μυστική δύναμη, αλλά για απάντηση του Θεού στην προσευχή του δικαίου.

Ανάλογη είναι και η περίπτωση του Δανιήλ. Ο προφήτης Δανιήλ σώθηκε από τον λάκκο των λεόντων και αξιώθηκε να λάβει αποκαλύψεις για μελλοντικά γεγονότα. Και εδώ η δύναμη δεν προέρχεται από τον άνθρωπο αλλά από την θεία χάρη.

Στην Καινή Διαθήκη η θεουργική αυτή ενέργεια φανερώνεται ακόμη πιο καθαρά μέσα από τους Αποστόλους. Οι Απόστολοι θεραπεύουν ασθενείς, εκβάλλουν δαιμόνια και επιτελούν θαυμαστά έργα στο όνομα του Χριστού. Ο ίδιος ο Κύριος τους υπενθυμίζει ότι η δύναμη αυτή δεν προέρχεται από αυτούς, αλλά από το Άγιο Πνεύμα που ενεργεί μέσα τους.

Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι η θεουργική ενέργεια δεν είναι ανθρώπινη τεχνική αλλά χάρισμα που προέρχεται από τον Θεό. Ο άνθρωπος απλώς γίνεται όργανο της θείας ενεργείας, όταν ζει με πίστη, ταπείνωση και υπακοή στο θέλημα του Θεού.

Η θεουργική ενέργεια στην πατερική παράδοση

Η εμπειρία της θείας ενεργείας μέσα στον άνθρωπο δεν περιορίζεται μόνο στα βιβλικά παραδείγματα. Συνεχίζεται και μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας, όπως μαρτυρούν οι Άγιοι Πατέρες.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν ότι ο Θεός ενεργεί μέσα στον άνθρωπο δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος δεν αποκτά κάποια υπερφυσική δύναμη από μόνος του, αλλά γίνεται όργανο της θείας ενεργείας όταν ζει με πίστη, ταπείνωση και αγώνα.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τονίζει επανειλημμένως ότι τα θαυμαστά έργα των Αγίων δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης ισχύος αλλά της χάριτος του Θεού που ενεργεί μέσα στους ταπεινούς. Ο ίδιος μάλιστα επισημαίνει ότι ο Θεός επιτελεί τα έργα Του δια των ανθρώπων, ώστε να φανερώνεται η δύναμη της θείας χάριτος.

Παρόμοια διδασκαλία βρίσκουμε και στον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος εξηγεί ότι ο άνθρωπος καλείται να καθαρίσει την καρδιά του ώστε να γίνει δεκτικός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος αγωνίζεται πνευματικά, τόσο περισσότερο γίνεται όργανο της θείας ενεργείας.

Ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση αυτής της πραγματικότητας έχει και η διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος ανέπτυξε την θεολογία των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Σύμφωνα με την διδασκαλία αυτή, ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει την ουσία του Θεού, μπορεί όμως να μετέχει στις άκτιστες ενέργειές Του. Αυτή η συμμετοχή στην θεία ενέργεια είναι που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον καθιστά μέτοχο της θείας χάριτος.

Από την πατερική αυτή παράδοση γίνεται φανερό ότι κάθε πνευματική εργασία μέσα στην Εκκλησία έχει ως θεμέλιο την χάρη του Θεού. Ο άνθρωπος δεν ενεργεί ως αυτεξούσια πηγή δυνάμεως, αλλά ως συνεργός της θείας χάριτος. Η συνεργία αυτή μεταξύ θείας ενεργείας και ανθρώπινης προαιρέσεως αποτελεί την ουσία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.

Η θέση της ελληνορθόδοξης Θεουργίας μέσα στη ζωή της Εκκλησίας

Η ελληνορθόδοξη θεουργία δεν αποτελεί ανεξάρτητο σύστημα πνευματικής πρακτικής ούτε κάποιο ιδιαίτερο «μονοπάτι δύναμης». Βρίσκεται πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της ζωής της Εκκλησίας και εξαρτάται απόλυτα από την χάρη του Θεού.

Η κορυφή της θεουργικής ενεργείας βρίσκεται στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία τελούνται από τους κληρικούς που έχουν λάβει την αποστολική διαδοχή. Εκεί ενεργεί κατά τρόπο πλήρη και αγιοπνευματικό η χάρη του Θεού. Για τον λόγο αυτό κάθε πνευματική εργασία που πραγματοποιείται εκτός του ιερού θυσιαστηρίου οφείλει να τελείται με σεβασμό προς την ιερωσύνη και πάντοτε με την ευλογία πνευματικού πατέρα.

Ο λαϊκός που ασκεί πνευματική εργασία δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο του ιερέως. Η εργασία του έχει χαρακτήρα βοηθητικό και ποιμαντικό, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται άμεση προσευχή ή πνευματική παρέμβαση. Σε κάθε περίπτωση όμως, η τελική πνευματική αποκατάσταση του ανθρώπου συνδέεται πάντοτε με την ζωή της Εκκλησίας και τα ιερά Μυστήρια.

Με αυτή την έννοια, η ελληνορθόδοξη θεουργία μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή διακονίας που στηρίζεται στην προσευχή, στην πίστη και στην επίκληση της θείας χάριτος για την βοήθεια των ανθρώπων.

Τα πνευματικά χαρακτηριστικά του θεουργού

Ο άνθρωπος που καλείται να ασκήσει τέτοια πνευματική εργασία δεν μπορεί να στηρίζεται σε προσωπικές ικανότητες ή σε μυστικές τεχνικές. Η βάση της πορείας του είναι πρωτίστως πνευματική.

Πρώτο και βασικό στοιχείο είναι η κλήση από τον Θεό. Η πνευματική αυτή εργασία δεν αποτελεί ανθρώπινη επιλογή αλλά καρπό θείας πρόνοιας, η οποία αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα στην ζωή του ανθρώπου.

Εξίσου σημαντική είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό. Η απλή πίστη δεν αρκεί· απαιτείται πλήρης παράδοση της ζωής στην θεία βούληση. Ο θεουργός γνωρίζει ότι δεν ενεργεί με δική του δύναμη αλλά με την χάρη του Θεού.

Αναγκαία είναι επίσης η βαθιά γνώση της Αγίας Γραφής και ιδιαίτερα των Ψαλμών, οι οποίοι αποτελούν ισχυρό πνευματικό όπλο στην παράδοση της Εκκλησίας. Παράλληλα χρειάζεται γνώση της αγγελολογίας και της δαιμονολογίας, όχι από περιέργεια αλλά για να κατανοεί τις πνευματικές πραγματικότητες με τις οποίες μπορεί να έρθει αντιμέτωπος.

Πάνω από όλα όμως απαιτούνται οι θεμελιώδεις αρετές της πνευματικής ζωής. Η ταπείνωση, η διάκριση, η εγρήγορση, η ψυχραιμία και η πνευματική ετοιμότητα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για κάθε τέτοια διακονία. Χωρίς αυτές τις αρετές ο άνθρωπος κινδυνεύει να οδηγηθεί σε πνευματική πλάνη.

Η διακονία και τα όρια της θεουργικής εργασίας

Η εργασία που μπορεί να επιτελέσει ένας θεουργός σχετίζεται κυρίως με την προσευχή και την πνευματική βοήθεια προς τους ανθρώπους.

Σε αυτήν περιλαμβάνονται προσευχές και εξορκισμοί για ανθρώπους που ταλαιπωρούνται από πνευματικές επιθέσεις, ευχές καθαρμού για οικίες, κτίρια ή αγρούς, καθώς και προσευχές για την άρση επιδράσεων που αποδίδονται σε μαγεία ή κατάρα.

Παράλληλα μπορεί να προσεύχεται για την πνευματική ενίσχυση ανθρώπων που αγωνίζονται να απελευθερωθούν από βλαβερές συνήθειες, όπως ο τζόγος, η εξάρτηση από το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά, καθώς και για την προστασία ανθρώπων και χώρων από αρνητικές πνευματικές επιδράσεις.

Υπάρχουν επίσης ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες η Εκκλησία επιτρέπει κατ’ οικονομία σε λαϊκό πιστό να ενεργήσει, όταν δεν υπάρχει ιερέας και υπάρχει άμεση ανάγκη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αεροβάπτισμα σε βρέφος που κινδυνεύει να πεθάνει χωρίς να έχει βαπτισθεί.

Σε τέτοιες περιπτώσεις η ενέργεια αυτή δεν αντικαθιστά το Μυστήριο της Εκκλησίας αλλά λειτουργεί ως προσωρινή λύση μέχρι να μπορέσει να τελεστεί κανονικά από ιερέα. Για τον λόγο αυτό ο άνθρωπος που ενεργεί με αυτόν τον τρόπο οφείλει πάντοτε να παραπέμπει τον ενδιαφερόμενο στην Εκκλησία ώστε να τελεστούν οι κανονικές ακολουθίες.

Με άλλα λόγια, η εργασία αυτή λειτουργεί περισσότερο ως πνευματική «πρώτη βοήθεια» και όχι ως πλήρης λειτουργική πράξη της Εκκλησίας.

Κατακλείδα

Από όλα όσα αναφέρθηκαν γίνεται φανερό ότι η ελληνορθόδοξη Θεουργία δεν αποτελεί κάποια μυστική τεχνική ούτε μια μορφή πνευματικής «δυνάμεως» που αποκτά ο άνθρωπος. Είναι πρωτίστως μια μορφή διακονίας που στηρίζεται στην προσευχή, στην ταπείνωση και στην απόλυτη εμπιστοσύνη προς τον Θεό.

Η δύναμη δεν βρίσκεται στον άνθρωπο αλλά στον Θεό. Ο άνθρωπος δεν ενεργεί ως αυτεξούσια πηγή υπερφυσικής ισχύος, αλλά ως ταπεινό όργανο της θείας χάριτος. Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη και καθαρή προαίρεση, τότε η χάρη του Θεού μπορεί να ενεργήσει μέσα από αυτόν για την βοήθεια των ανθρώπων.

Για τον λόγο αυτό η ελληνορθόδοξη θεουργία δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την ζωή της Εκκλησίας. Η προσευχή, η συμμετοχή στα ιερά Μυστήρια, η καθοδήγηση πνευματικού πατέρα και η ταπείνωση αποτελούν το ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί κάθε τέτοια πνευματική εργασία.

Τελικώς, ο σκοπός της θεουργίας δεν είναι η επίδειξη θαυμαστών έργων ούτε η απόκτηση πνευματικής εξουσίας. Ο σκοπός της είναι η βοήθεια του πλησίον, η προσευχή υπέρ των πασχόντων και η συνεργία με την θεία χάρη για την πνευματική ωφέλεια των ανθρώπων.

Διότι μέσα στην ζωή της Εκκλησίας όλα όσα επιτελούνται στον κόσμο δεν είναι έργα ανθρώπων, αλλά έργα του Θεού που ενεργεί μέσα από τους ανθρώπους Του.

Σχετικά χωρία της Αγίας Γραφής

Ματθαίος κεφ. 17, στ. 21

«Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Μάρκος κεφ. 16, στ. 17

«Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασιν ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι».

Πράξεις κεφ. 1, στ. 8

«Λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς».

Ιάκωβος κεφ. 5, στ. 16

«Πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη».

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Αγία Γραφή

Πατερική γραμματεία

  • Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλίες καὶ ἐρμηνευτικὰ ἔργα
  • Μέγας Βασίλειος, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
  • Γρηγόριος Παλαμάς, Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων
  • Μάξιμος ο Ομολογητής, Μυσταγωγία

Ασκητική και πνευματική παράδοση

  • Φιλοκαλία
  • Κλίμακα Ιωάννου του Σιναΐτου

Σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία

  • Vladimir Lossky, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας
  • John Meyendorff, Η θεολογία του Γρηγορίου Παλαμά

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Η UEFA τιμώρησε έναν Άγιο, αλλά όχι το σκοτάδι: Η Ευρώπη τρέμει την Ορθοδοξία

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"