Από τον Άσωτο Υιό στον Μοναχισμό: Η ελευθερία του ανθρώπου μπροστά στην κλήση του Θεού
Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς
Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.
Ο Άγιος Θεός, επέτρεψε και φέτος να εορτάσουμε την Κυριακή του Ασώτου η οποία μάς φέρνει κάθε χρόνο ενώπιον ενός από τα βαθύτερα μυστήρια της ανθρώπινης υπάρξεως: το αυτεξούσιο. Ο νεώτερος υιός ζητά το μερίδιο της περιουσίας του και φεύγει «εἰς χώραν μακράν». Ο πατέρας δεν τον εμποδίζει. Δεν τον κρατά με τη βία, δεν τον εκβιάζει συναισθηματικά, δεν του υπενθυμίζει τις θυσίες του. Τον αφήνει ελεύθερο. Και ακριβώς αυτή η ελευθερία είναι που καθιστά δυνατή και την επιστροφή.
Η παραβολή αυτή δεν αφορά μόνο την αμαρτία και τη μετάνοια· αφορά και την αγάπη που σέβεται την ελευθερία του άλλου, ακόμη κι όταν αυτή η ελευθερία πληγώνει.
Με αφορμή πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις που αφορούν την επιλογή ενός νέου ανθρώπου, της Αδελφής Φεβρωνίας (κατά κόσμον Ναταλία Λιονάκη) να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, ανακινήθηκε και πάλι ένα παλαιό ερώτημα:
Μπορεί η Εκκλησία να «παίρνει» τα παιδιά από τις οικογένειές τους; Είναι ο μοναχισμός φυγή, πλάνη ή απώλεια;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι καινούργια. Εμφανίζονται κάθε φορά που η κλήση του Θεού συγκρούεται με τις προσδοκίες του κόσμου. Διότι ο μοναχισμός, ως απόλυτη αφιέρωση στον Χριστό, δεν ερμηνεύεται εύκολα με κοσμικά μέτρα. Εκεί όπου ο κόσμος βλέπει «στέρηση», η Εκκλησία μιλά για ελευθερία. Εκεί όπου ο κόσμος μιλά για «απώλεια ζωής», η Εκκλησία μιλά για «εύρεση ζωής».
Συχνά, μέσα από δημόσιες αφηγήσεις γονεϊκού πόνου, η μοναχική κλήση παρουσιάζεται ως τραύμα, ως άρνηση της οικογένειας ή ως αποτέλεσμα πίεσης. Όμως η Ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει τον μοναχισμό ως καρπό ελευθέρας ανταποκρίσεως στην πρόσκληση του Θεού. Δεν πρόκειται για κοινωνικό φαινόμενο, αλλά για μυστήριο κλήσεως· δεν είναι πράξη φυγής, αλλά πράξη αγάπης που υπερβαίνει τα φυσικά όρια χωρίς να τα περιφρονεί.
Η Εκκλησία δεν αρνείται τον πόνο των γονέων. Τον κατανοεί. Όμως δεν μπορεί να ταυτίσει τον πόνο με την αλήθεια. Διότι η αλήθεια της Εκκλησίας δεν ορίζεται από το συναίσθημα, αλλά από τη σωτηρία. Και η σωτηρία περνά πάντοτε μέσα από την ελευθερία.
Η παραβολή του Ασώτου μάς θυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν ανήκει ούτε στους γονείς του ούτε στην κοινωνία. Ανήκει στον Θεό. Και μόνο όταν η αγάπη αποδέχεται αυτή την πραγματικότητα, παύει να γίνεται ιδιοκτησία και μεταμορφώνεται σε σταυρική προσφορά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξετάσουμε τι πραγματικά είναι ο μοναχισμός, τι σημαίνει η μοναχική κουρά, ποια είναι η θέση του αυτεξουσίου στην εκκλησιαστική ζωή και γιατί ο σύγχρονος κόσμος δυσκολεύεται να κατανοήσει εκείνον που αφήνει τα πάντα για να ακολουθήσει τον Χριστό.
Τι είναι ο μοναχισμός κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία
Ο μοναχισμός δεν είναι κοινωνικό φαινόμενο ούτε ψυχολογική ανάγκη διαφυγής. Είναι τρόπος υπάρξεως μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, ριζωμένος στο Ευαγγέλιο και βιωμένος αδιάκοπα στην πατερική παράδοση. Δεν αποτελεί «ανώτερη κάστα» χριστιανών, αλλά χαρισματική κλήση σε ολοκληρωτική αφιέρωση.
Ο ίδιος ο Κύριος θέτει το θεμέλιο αυτής της κλήσεως όταν λέγει: "Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν…" (Μαρκ. κεφ. 8, στ. 34). Και αλλού: "Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου… καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι" (Ματθ. κεφ. 19, στ. 21).
Η Εκκλησία είδε στα λόγια αυτά όχι εντολή προς όλους με τον ίδιο τρόπο, αλλά πρόσκληση προς όσους “χωρεῖν δύνανται” (Ματθ. κεφ. 19, στ. 12). Έτσι γεννήθηκε ο μοναχισμός: ως ελεύθερη απάντηση στην κλήση της τελειότερης αγάπης.
1. Μοναχισμός: βίος αγγελικός, όχι αντικοινωνικός
Οι Πατέρες ονομάζουν τον μοναχισμό «αγγελικό βίο», όχι διότι ο μοναχός παύει να είναι άνθρωπος, αλλά διότι επιδιώκει από τώρα τη ζωή της Βασιλείας, όπου «οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται» (Ματθ. κεφ. 22, στ. 30).
Ο μοναχός δεν αρνείται τον κόσμο από μίσος, αλλά από έρωτα προς τον Θεό. Δεν φεύγει επειδή αποτυγχάνει κοινωνικά, αλλά επειδή επιλέγει μια άλλη μορφή κοινωνίας: την κοινωνία της προσευχής υπέρ όλου του κόσμου. Γι’ αυτό και η παράδοση λέει ότι ο μοναχός είναι «ο υπέρ του κόσμου προσευχόμενος».
2. Η κλήση είναι προσωπική και ελεύθερη
Η Εκκλησία δεν στρατολογεί μοναχούς. Δεν πιέζει. Δεν δεσμεύει. Αντιθέτως, δοκιμάζει επί μακρόν την κλήση του υποψηφίου. Στην πράξη της μοναχικής κουράς ο υποψήφιος ερωτάται ρητώς:
- «Ἑκουσίως προσέρχει;»
- «Μένεις ἐλευθέρως;»
Και απαντά ο ίδιος. Δημόσια. Ενώπιον Θεού και ανθρώπων.
Αν δεν υπάρχει ελευθερία, δεν υπάρχει μοναχισμός. Υπάρχει κακοποίηση της Εκκλησίας. Η αυθεντική μοναχική ζωή είναι καρπός προσωπικής προαιρέσεως και θείας κλήσεως.
3. Οι τρεις βασικές υποσχέσεις
Ο μοναχός δεν δίνει όρκο εξουσίας, αλλά υπόσχεση αγάπης μέσα από τρεις άξονες:
- Ακτημοσύνη – ελευθερία από την τυραννία της ιδιοκτησίας
- Παρθενία – ολοκληρωτική προσφορά της καρδιάς στον Χριστό
- Υπακοή – θεραπεία του εγωισμού και είσοδος στο πνεύμα της Εκκλησίας
Αυτά δεν είναι καταναγκασμοί. Είναι πνευματικά φάρμακα. Ο κόσμος τα βλέπει ως στέρηση. Η Εκκλησία τα γνωρίζει ως ελευθερία.
4. Μοναχισμός και οικογένεια
Η μοναχική κλήση δεν είναι απόρριψη των γονέων. Είναι υπέρβαση των φυσικών δεσμών προς χάριν της Βασιλείας. Ο Χριστός το είπε με τρόπο που πάντοτε σκανδαλίζει τον κόσμο: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. κεφ. 10, στ. 37)
Αυτό δεν σημαίνει μίσος. Σημαίνει ιεράρχηση αγάπης. Ο μοναχός αγαπά τους γονείς του μέσα στον Θεό - και προσεύχεται γι’ αυτούς βαθύτερα απ’ όσο θα μπορούσε να το κάνει ζώντας κοσμικά.
Ο πόνος των γονέων είναι ανθρώπινος. Σεβαστός. Αληθινός. Αλλά δεν μπορεί να γίνει κριτήριο ακύρωσης μιας θείας κλήσεως.
5. Ο μοναχισμός ως μαρτυρία προς τον κόσμο
Σε κάθε εποχή ο μοναχισμός λειτουργεί ως σιωπηρή υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν πλάστηκε μόνο για εργασία, κατανάλωση και κοινωνική επιτυχία, αλλά για θέωση.Ο μοναχός είναι το «σημείο αντίρρησης» μέσα στον κόσμο. Υπενθυμίζει ότι υπάρχει άλλος τρόπος ζωής. Ότι ο Θεός είναι υπαρκτός. Ότι η αιωνιότητα είναι πραγματικότητα.
Γι’ αυτό και πάντοτε ο μοναχισμός προκαλούσε δυσφορία σε όσους βλέπουν την ανθρώπινη ζωή αποκλειστικά με γήινα μέτρα.
Συνοψίζοντας
Ο μοναχισμός είναι:
- κλήση, όχι επιβολή
- ελευθερία, όχι καταναγκασμός
- αγάπη, όχι απόρριψη
- μαρτυρία ζωής, όχι κοινωνική αποτυχία
Και γι’ αυτό, πριν κριθεί με τα κριτήρια του κόσμου, χρειάζεται να ιδωθεί με τα μάτια της Εκκλησίας.
Η μοναχική κουρά: Μυστήριο αφιερώσεως και όχι «τελετή αποκοπής»
Πολλοί, βλέποντας εξωτερικά τη μοναχική κουρά, νομίζουν πως πρόκειται για μια τελετή φυγής από τη ζωή ή μια συμβολική «ρήξη» με τον κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως, η κουρά είναι μυστήριο αφιερώσεως - μια νέα αρχή ζωής μέσα στην Εκκλησία.
Δεν είναι αποκοπή. Είναι γέννηση.
1. Τι σημαίνει «κουρά»
Η λέξη «κουρά» προέρχεται από την κοπή των μαλλιών. Όμως το νόημα δεν είναι αισθητικό. Είναι βιβλικό και συμβολικό. Στην Αγία Γραφή, η αφιέρωση στον Θεό συνδέεται με την παράδοση ολόκληρου του εαυτού. Η κοπή των μαλλιών δηλώνει:
- την παράδοση της θελήσεως
- την αποβολή της αυτάρκειας
- την είσοδο σε νέα πνευματική ταυτότητα
Δεν είναι τιμωρία. Είναι σφραγίδα αφιερώσεως.
2. Η κουρά είναι ελεύθερη πράξη
Πριν τελεστεί η κουρά, ο υποψήφιος ερωτάται δημόσια και επανειλημμένα αν προσέρχεται:
- «Ἑκουσίως;»
- «Ἀβιάστως;»
Η Εκκλησία δεν βιάζει συνειδήσεις. Αν υπάρξει εξαναγκασμός, η κουρά θεωρείται αντικανονική. Ο μοναχισμός δεν αντέχει τη βία, γιατί είναι καρπός αγάπης. Και η αγάπη δεν επιβάλλεται.
Ο υποψήφιος δεν οδηγείται δεμένος. Προσέρχεται όρθιος. Συνειδητά. Με επίγνωση.
3. Τι συμβαίνει πνευματικά στη μοναχική κουρά
Κατά την ακολουθία:
- ο υποψήφιος απαρνείται τον παλαιό άνθρωπο
- ενδύεται νέο όνομα — σημείο νέας ζωής
- λαμβάνει το μοναχικό σχήμα, που είναι «ένδυμα μετανοίας»
- εισέρχεται σε σχέση υπακοής, όχι δουλείας
Η Εκκλησία βλέπει την κουρά ως δεύτερο βάπτισμα μετανοίας. Δεν σβήνει το πρώτο βάπτισμα, αλλά το ενεργοποιεί ριζικά.
Ο μοναχός δεν «εξαφανίζεται». Γίνεται πιο βαθιά μέλος του Σώματος της Εκκλησίας.
4. Δεν είναι φυγή από τον κόσμο
Ο κόσμος λέει: «έχασε τη ζωή του».
Η Εκκλησία λέει: «βρήκε τη ζωή του».
Ο μοναχός δεν παύει να αγαπά τους ανθρώπους. Απλώς τους αγαπά μέσα στον Θεό και όχι μέσα στη φθορά των παθών. Η ζωή του γίνεται προσευχή. Και η προσευχή του γίνεται προσφορά υπέρ όλης της ανθρωπότητας.
Γι’ αυτό οι Πατέρες λένε πως ο μοναχός είναι «ο κατ’ ιδίαν, αλλά υπέρ πάντων ζων».
5. Γιατί η κουρά σκανδαλίζει
Η μοναχική αφιέρωση σκανδαλίζει μια κοινωνία που έχει μάθει να μετρά την αξία του ανθρώπου με:
- επιτυχία
- κοινωνική εικόνα
- οικονομική ανεξαρτησία
- οικογενειακή “κανονικότητα”
Ο μοναχός απορρίπτει αυτά ως κριτήρια νοήματος. Κι αυτό μοιάζει παράλογο για τον κοσμικό νου. Όμως η Εκκλησία πάντοτε είχε χώρους όπου η «παραλογία» του Σταυρού γίνεται σοφία.
6. Τι είναι τελικά η μοναχική κουρά
Αρχικά να τονίσουμε τι ΔΕΝ είναι:
- φυγή
- αποτυχία
- χειραγώγηση
- αποκοπή από την αγάπη
Η κουρά είναι:
- κλήση
- ελεύθερη απάντηση
- είσοδος σε βαθύτερη μετάνοια
- αφιέρωση ολοκληρωτική στον Θεό
Η κουρά δεν αφαιρεί τον άνθρωπο από την Εκκλησία. Τον τοποθετεί στο κέντρο της προσευχής της.
7. Το νέο όνομα ως σημείο νέας υπάρξεως
Στη μοναχική κουρά, ο άνθρωπος λαμβάνει νέο όνομα. Αυτό δεν γίνεται για συναισθηματικούς ή συμβολικούς λόγους, αλλά διότι η Εκκλησία κατανοεί τη μοναχική αφιέρωση ως δεύτερη βάπτιση μετανοίας.
Όπως στο Άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος πεθαίνει ως προς τον παλαιό άνθρωπο και αναγεννάται εν Χριστώ, έτσι και στη μοναχική κουρά συντελείται ένας πνευματικός θάνατος του κοσμικού τρόπου υπάρξεως και μια γέννηση στην αγγελική πολιτεία. Ο μοναχός δεν αρνείται την ύπαρξή του ούτε αποκόπτεται από τους ανθρώπους· αλλάζει όμως κέντρο ζωής. Από το «εγώ» περνά στο «Χριστός».
Το νέο όνομα φανερώνει αυτή τη νέα ταυτότητα. Δεν ακυρώνει το όνομα που δόθηκε στο βάπτισμα, αλλά δηλώνει ότι ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια νέα μορφή μαθητείας, όπου σκοπός δεν είναι πλέον η κοσμική αυτοπραγμάτωση αλλά η ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό.
Έτσι, όταν κάποιος ακούει ότι «η Ναταλία έγινε Φεβρωνία», η Εκκλησία δεν μιλά για απώλεια προσώπου, αλλά για γέννηση νέου τρόπου ζωής μέσα στο ίδιο πρόσωπο.
Το αυτεξούσιο και η ελευθερία της μοναχικής κλήσεως
Η Εκκλησία δεν γνωρίζει καταναγκαστικό μοναχισμό. Δεν υπάρχει «επιβολή» κουράς, όπως δεν υπάρχει επιβολή βαπτίσματος σε ενήλικα χωρίς τη θέλησή του. Η μοναχική αφιέρωση είναι καρπός αυτεξουσίου, δηλαδή της ελεύθερης και συνειδητής συγκατάθεσης του ανθρώπου στη χάρη του Θεού.
Το αυτεξούσιο αποτελεί θεμέλιο της ορθόδοξης ανθρωπολογίας. Ο Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπο. Δεν τον αγιάζει χωρίς τη συγκατάθεσή του. Δεν τον καλεί με τη βία, αλλά με αγάπη. Η κλήση στον μοναχισμό είναι πρόσκληση κι όχι διαταγή, ούτε κοινωνική πίεση, ούτε φυγή από προβλήματα.
Πριν από τη μοναχική κουρά προηγείται μακρά περίοδος δοκιμής. Ο υποψήφιος ζει στο μοναστήρι, υπακούει, δοκιμάζει τον εαυτό του και δοκιμάζεται από την αδελφότητα. Η Εκκλησία εξετάζει αν υπάρχει ψυχική ισορροπία, σταθερότητα προαιρέσεως και γνήσια κλήση. Η κουρά δεν γίνεται αυθόρμητα ούτε συναισθηματικά· γίνεται όταν διαπιστωθεί ότι η επιλογή είναι ώριμη και ελεύθερη.
Γι’ αυτό και η φράση «μου πήραν το παιδί» δεν έχει εκκλησιολογική βάση. Ο μοναχός δεν «ανήκει» πλέον στην οικογένεια με βιολογικούς όρους, αλλά εντάσσεται ελεύθερα σε μια νέα πνευματική οικογένεια. Αυτό δεν αποτελεί απώλεια, αλλά μεταμόρφωση σχέσεως. Η αγάπη δεν καταργείται, αλλά εξαγιάζεται. Η φυσική συγγένεια δεν αρνείται, αλλά υποτάσσεται στη συγγένεια εν Χριστώ.
Όταν ένας ενήλικος άνθρωπος, με καθαρό νου και πλήρη επίγνωση, επιλέγει τη μοναχική ζωή, η Εκκλησία βλέπει σε αυτή την πράξη όχι κοινωνική εκτροπή αλλά υπέρτατη άσκηση ελευθερίας. Διότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι να κάνω ό,τι θέλω, αλλά να μπορώ να προσφέρω τον εαυτό μου ολοκληρωτικά στον Θεό.
Μοναχισμός και οικογένεια - τι πραγματικά «χάνεται» και τι σώζεται
Ένα από τα πιο συχνά επιχειρήματα που προβάλλονται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το εξής: «η οικογένεια πληγώνεται», «η μάνα χάνει το παιδί της», «σπάει ο δεσμός». Ο λόγος αυτός είναι βαθιά ανθρώπινος, αλλά συχνά παραμένει καθαρά συναισθηματικός και δεν αγγίζει το θεολογικό βάθος του ζητήματος.
Στην ορθόδοξη παράδοση η οικογένεια είναι ευλογία Θεού. Η τιμή προς τους γονείς είναι εντολή. Όμως η Εκκλησία διδάσκει και κάτι βαθύτερο: καμία ανθρώπινη σχέση - όσο ιερή κι αν είναι - δεν μπορεί να σταθεί υπεράνω της κλήσεως του Θεού.
Ο ίδιος ο Χριστός τοποθετεί την πνευματική συγγένεια πάνω από τη σαρκική, όχι για να την καταργήσει, αλλά για να τη φωτίσει: «Ὅστις ἀγαπᾷ πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστιν μου ἄξιος» (Ματθ. κεφ. 10, στ. 37).
Και αλλού, δείχνοντας τους μαθητές Του: «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου… οὗτός μοι ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν» (Ματθ. κεφ. 12, στ. 49–50).
Ο μοναχός δεν παύει να αγαπά τους γονείς του. Παύει όμως να τους ανήκει με τρόπο αποκλειστικό. Η σχέση μεταβαίνει από το επίπεδο της βιολογικής εξάρτησης στο επίπεδο της πνευματικής ελευθερίας. Δεν είναι πια «το παιδί μου», αλλά άνθρωπος του Θεού.
Η Εκκλησία δεν ζητά από τους γονείς να μην πονέσουν. Ο πόνος της αποχωρίσεως είναι φυσικός. Ζητά όμως να μεταμορφωθεί αυτός ο πόνος σε προσφορά. Όπως η μητέρα που αφιερώνει το παιδί της στην ιερωσύνη χαίρεται ότι υπηρετεί την Εκκλησία, έτσι και ο γονέας του μοναχού καλείται να δει την κλήση του παιδιού του ως ευλογία που ξεπερνά τα όρια της οικογένειας.
Όταν η γονεϊκή αγάπη μετατρέπεται σε κτητικότητα, τότε συγκρούεται με το αυτεξούσιο του παιδιού. Τότε η αγάπη γίνεται δεσμός και όχι ελευθερία. Και η Εκκλησία δεν ευλογεί δεσμά - ευλογεί ελεύθερες προσφορές.
Γι’ αυτό και η μοναχική κλήση δεν είναι διάλυση της οικογένειας, αλλά διεύρυνσή της. Ο μοναχός γίνεται παιδί ολόκληρης της Εκκλησίας. Προσεύχεται για τον κόσμο, για τους γονείς του, για όσους δεν γνώρισε ποτέ. Η μητέρα που νομίζει ότι «τον έχασε», στην πραγματικότητα έχει έναν άνθρωπο που τη μνημονεύει ενώπιον του Θεού καθημερινά.
Η κοσμική λογική βλέπει απώλεια.
Η εκκλησιαστική εμπειρία βλέπει πνευματική καρποφορία.
Όταν τα ΜΜΕ μετατρέπουν το μυστήριο σε «σκάνδαλο»
Ζούμε σε μια εποχή όπου οτιδήποτε δεν εντάσσεται στη λογική της κατανάλωσης, της αυτοπροβολής και της κοσμικής επιτυχίας, παρουσιάζεται ως παράλογο, ύποπτο ή και επικίνδυνο. Ο μοναχισμός - ακριβώς επειδή είναι άρνηση του κοσμικού τρόπου ζωής - γίνεται συχνά στόχος παρερμηνείας.
Τα μέσα ενημέρωσης σπάνια προσεγγίζουν το θέμα θεολογικά. Το αντιμετωπίζουν ψυχολογικά, κοινωνιολογικά ή δραματοποιημένα. Η κλήση παρουσιάζεται ως «ρήξη», η αφιέρωση ως «απώλεια», και η ελεύθερη επιλογή ενός ενηλίκου ανθρώπου ως «επηρεασμός» ή «χειραγώγηση». Έτσι, ένα μυστήριο πίστεως μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αφήγημα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι δηλώσεις συγγενών προβάλλονται αποσπασματικά, φορτισμένες συναισθηματικά, και γίνονται όχημα για μια έμμεση επίθεση στην Εκκλησία. Το πρόσωπο του γονέα - που δικαιολογημένα πονά - μετατρέπεται σε εργαλείο μιας αφήγησης όπου η Εκκλησία εμφανίζεται ως δύναμη που «παίρνει παιδιά από τις οικογένειες». Αυτό όμως δεν είναι ποιμαντική ευαισθησία. Είναι ιδεολογική κατασκευή.
Η Εκκλησία δεν στρατολογεί. Δεν πείθει με πίεση. Δεν κρατά κανέναν με τη βία. Αντιθέτως, η παράδοσή της είναι αυστηρή: η μοναχική κουρά γίνεται μόνο αφού διαπιστωθεί ωριμότητα, ελευθερία και σταθερότητα προαιρέσεως. Το αυτεξούσιο είναι απαραβίαστο. Χωρίς ελεύθερη συγκατάθεση, δεν υπάρχει μοναχισμός — υπάρχει ακυρότητα.
Όταν λοιπόν τα ΜΜΕ παρουσιάζουν την αφιέρωση ως «πρόβλημα» ή «σκάνδαλο», στην ουσία αποκαλύπτουν κάτι βαθύτερο: αδυνατούν να κατανοήσουν ότι υπάρχει τρόπος ζωής που δεν έχει κέντρο τον εαυτό, αλλά τον Θεό. Και αυτό ενοχλεί. Διότι ο μοναχισμός, σιωπηλά και χωρίς συνθήματα, μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς να λατρεύει την άνεση, τη φήμη ή την αυτοδικαίωση.
Έτσι, αντί να σεβαστούν την ελευθερία ενός ανθρώπου που επιλέγει τον Θεό, επιλέγουν να υπερασπιστούν το «δικαίωμα» της κοινωνίας να μην ενοχλείται από τέτοιες επιλογές. Μα ο μοναχισμός ήταν πάντοτε ενοχλητικός για το κοσμικό φρόνημα. Από την έρημο της Αιγύπτου και της Συρίας μέχρι τα σύγχρονα μοναστήρια, θυμίζει ότι η ζωή δεν τελειώνει στα όρια του κόσμου τούτου.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να φιμωθούν οι φωνές πόνου. Ο πόνος ακούγεται και σέβεται. Το ζητούμενο είναι να μη μετατρέπεται ο πόνος σε κατηγορία εναντίον του αυτεξουσίου και της κλήσεως. Διότι τότε δεν υπερασπιζόμαστε τον άνθρωπο - υπερασπιζόμαστε την αδυναμία μας να δεχτούμε ότι κάποιος μπορεί να αγαπήσει τον Θεό περισσότερο απ’ ό,τι τον κόσμο.
Επίλογος: Η κλήση του Θεού και η ελευθερία του ανθρώπου
Η Εκκλησία δεν ζει για να δικαιώνεται μπροστά στον κόσμο. Ζει για να μαρτυρεί την Αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή δεν γίνεται κατανοητή. Και η αλήθεια αυτή είναι απλή αλλά βαθιά: ο Θεός καλεί τον άνθρωπο σε σχέση αγάπης, όχι σε καταναγκασμό.
Ο μοναχισμός είναι μία από τις μορφές αυτής της κλήσεως. Δεν είναι ανώτερος άνθρωπος ο μοναχός, αλλά άνθρωπος που απάντησε με συγκεκριμένο τρόπο στο κάλεσμα του Θεού. Όπως ο γάμος είναι δρόμος αγιασμού μέσα στον κόσμο, έτσι και η αφιέρωση είναι δρόμος αγιασμού έξω από τη λογική του κόσμου. Και οι δύο δρόμοι είναι τίμιοι όταν βιώνονται «ἐν Χριστῷ».
Όταν ένας άνθρωπος επιλέγει τον μοναχισμό, δεν απορρίπτει την οικογένειά του, αλλά παραδίδει όλη του την ύπαρξη σε μια αγάπη που δεν περιορίζεται από δεσμούς αίματος. Αυτό πονά. Είναι ανθρώπινο να πονά. Αλλά ο πόνος δεν αναιρεί την ελευθερία. Ούτε μετατρέπει την κλήση σε πλάνη.
Η Εκκλησία στέκεται με σεβασμό τόσο μπροστά στη μητρική καρδιά που δυσκολεύεται να αποδεχθεί την απόφαση ενός παιδιού, όσο και μπροστά στην ψυχή που άκουσε τη φωνή του Θεού και την ακολούθησε. Δεν αντιπαραθέτει πρόσωπα. Δεν καταδικάζει. Διδάσκει όμως ότι η σωτηρία δεν επιβάλλεται ούτε εμποδίζεται από ανθρώπινες σχέσεις, αλλά καλλιεργείται μέσα στην ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου στη θεία κλήση.
Σε μια εποχή που μιλά συνεχώς για «δικαιώματα», η Εκκλησία θυμίζει κάτι πιο ριζικό: το δικαίωμα του ανθρώπου να δοθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Και αυτό το δικαίωμα, όσο κι αν δεν γίνεται κατανοητό, παραμένει ιερό.
Διότι τελικά, η πίστη δεν είναι κοινωνική σύμβαση. Είναι προσωπική απάντηση. Και ο Θεός δεν ζητά από τον άνθρωπο να Τον αγαπήσει υποχρεωτικά, αλλά ελεύθερα. Εκεί βρίσκεται το μεγαλείο, αλλά και το μυστήριο της ανθρώπινης σωτηρίας.
Εύχομαι η μητέρα της Αδελφής Φεβρωνίας, αλλά και κάθε γονέας που το παιδί του ασπάζεται την Αγγελική Πολιτεία, να διαβάσει αυτό το άρθρο και να κατανοήσει ότι η απόφαση ενός ανθρώπου να ασπαστεί τον μοναχικό βίο, είναι στα πλαίσια του αυτόβουλου και αυτεξούσιου που έδωσε ως δώρα ο Θεός στον άνθρωπο. Η προβολή του θέματος στα σαρκοφάγα ΜΜΕ, δεν ωφελεί κανέναν, εκτός από τα ίδια τα ΜΜΕ, τα οποία πουλάνε εις βάρος της κ. Λιονάκη και της κάθε κ. Λιονάκη. Αμήν. Γένοιτο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου