Οικουμενικός διάλογος και ορθόδοξη αυτοσυνειδησία: Μαρτυρία ή σύγχυση;


Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς

(email: orthologein@gmail.com

Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.

Τον τελευταίο καιρό γίνεται εκτενής λόγος για την «ενότητα των Εκκλησιών», για διαλόγους, συνέδρια και κοινές προσευχές. Άλλοι χαίρονται, άλλοι ανησυχούν, άλλοι αδιαφορούν. Όμως το ερώτημα που σπανίως τίθεται με καθαρότητα είναι το εξής: ποια ενότητα επιδιώκουμε και με ποια εκκλησιολογική συνείδηση πορευόμαστε;

Η έννοια της ενότητας ακούγεται ευγενής, ειρηνική και κατ’ εξοχήν χριστιανική. Όμως το ερώτημα δεν είναι αν η ενότητα είναι θεμιτή· το ερώτημα είναι πώς ορίζεται. Διότι η Εκκλησία δεν όρισε ποτέ την ενότητα ως απλή συναισθηματική συμφωνία, ούτε ως θεσμική συνεργασία διαφορετικών παραδόσεων. Την όρισε ως ταυτότητα πίστεως, ως κοινή μετοχή στην ίδια αλήθεια και στην ίδια ευχαριστιακή ζωή.

Όταν στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε «Εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», δεν προφέρουμε έναν ιστορικό τίτλο ούτε μια τιμητική διατύπωση. Ομολογούμε εκκλησιολογική συνείδηση. Η λέξη «Μία» δεν είναι αριθμητικός ισχυρισμός ούτε θριαμβολογία, αλλά θεολογική δήλωση. Σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν είναι σύνολο παραδόσεων που συνυπάρχουν χαλαρά, αλλά συγκεκριμένη αποστολική συνέχεια, με σαφή δογματική ταυτότητα και ευχαριστιακή ενότητα.

Η Αγία Γραφή είναι εξίσου σαφής. Ο Απόστολος Παύλος γράφει προς Εφεσίους ότι υπάρχει «ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα». Η ενότητα, λοιπόν, δεν περιγράφεται ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης, αλλά ως καρπός κοινής πίστεως και κοινού Αγίου Πνεύματος. Όπου η πίστη διαφοροποιείται ουσιωδώς, η ενότητα τραυματίζεται. Και όπου το δόγμα σχετικοποιείται, η εκκλησιαστική ταυτότητα αποδυναμώνεται.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν πράγματι άνθρωποι διαλόγου, αλλά ποτέ άνθρωποι δογματικής ασάφειας. Ο Μέγας Βασίλειος αγωνίστηκε για την ειρήνη της Εκκλησίας, χωρίς όμως να αποδεχθεί ασαφείς εκφράσεις περί της θεότητος του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μίλησε για την «ἀκρίβεια τῆς πίστεως» ως προϋπόθεση εκκλησιαστικής ζωής. Τονίζει δε ότι «οὐ πάντα ἔστιν ἔνωση, ἃ ὄνομα ἔνωσιν ἔχει». Δεν είναι κάθε σύμπραξη και εκκλησιαστική. Υπάρχει ένωση κατά την αλήθεια και ένωση κατά την πλάνη. Η πρώτη σώζει. Η δεύτερη συγχέει. Ο Γρηγόριος Νύσσης βλέπει την Εκκλησία ως χώρο θεώσεως. Η ενότητα δεν είναι διοικητική συνοχή, αλλά μετοχή στο ίδιο Άγιο Πνεύμα. Δεν μπορεί λοιπόν να υπάρξει εκκλησιαστική ενότητα χωρίς κοινή πνευματική ζωή και κοινή ομολογία.

Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος προχωρεί ακόμη βαθύτερα. Η Εκκλησία, λέει, είναι κοινωνία φωτισμένων από το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι απλή ιστορική συνέχεια, αλλά ζώσα εμπειρία Θεού. Εάν απουσιάζει η εμπειρία της Χάριτος, η ενότητα γίνεται εξωτερικό σχήμα. Και όταν φθάνουμε στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, βλέπουμε την κορύφωση αυτής της πατερικής συνείδησης. Δεν αρνήθηκε τον διάλογο. Αρνήθηκε την ένωση χωρίς ομολογία της αλήθειας. Διότι, όπως ο ίδιος μαρτυρεί, «οὐδὲν ἔστιν ἡμῖν κοινὸν πρὸς τὴν πλάν ην».Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στην ιστορική Σύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας, δεν αρνήθηκε την αγάπη ούτε τη συνάντηση· αρνήθηκε όμως ένωση χωρίς ομολογία κοινής πίστεως.

Αυτό είναι το καίριο σημείο που συχνά παραθεωρείται στη σύγχρονη συζήτηση. Η Ορθοδοξία δεν απορρίπτει τον διάλογο ως μέσο μαρτυρίας. Απορρίπτει όμως την ιδέα ότι η εκκλησιαστική ενότητα μπορεί να οικοδομηθεί παρακάμπτοντας τις δογματικές διαφορές. Διότι η ενότητα, εάν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, μετατρέπεται σε θρησκευτική συνύπαρξη. Και η συνύπαρξη, όσο χρήσιμη και αν είναι σε κοινωνικό επίπεδο, δεν ταυτίζεται με την εκκλησιολογική κοινωνία.

Η Εκκλησία δεν είναι διπλωματικός οργανισμός ούτε πολιτιστικός φορέας. Είναι Σώμα Χριστού. Και το Σώμα δεν μπορεί να οριστεί ως θεολογικά κατακερματισμένο. Είτε υπάρχει κοινή πίστη και κοινή ευχαριστιακή ζωή, είτε δεν υπάρχει πλήρης εκκλησιαστική ενότητα. Η ευχαριστία δεν δημιουργεί ενότητα εκ του μηδενός· φανερώνει ήδη υπάρχουσα ενότητα πίστεως. Γι’ αυτό και η κοινή μετοχή στο Ποτήριο δεν μπορεί να προηγείται της κοινής ομολογίας.

Με βάση αυτά, η γραμμή δεν χαράσσεται από πνεύμα αντιπαλότητας, αλλά από εκκλησιολογική συνέπεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν καλείται να «ενωθεί» ως μία μεταξύ πολλών εκκλησιών. Καλείται να μαρτυρεί την πληρότητα της αποστολικής πίστεως, καλώντας σε επιστροφή στην αλήθεια και σε κοινή ομολογία. Διότι η ενότητα χωρίς πατερική και αγιοπνευματική αλήθεια δεν είναι ενότητα, αλλά εκκλησιολογική σύγχυση. Και η αλήθεια χωρίς κατά Χριστόν ομολογία μετατρέπεται σε σιωπηρή αποδοχή πλάνης. Η Ορθοδοξία δεν καλείται να εξισορροπήσει, αλλά να ομολογήσει.

Η ενότητα στην Καινή Διαθήκη δεν είναι διαπραγματεύσιμη

Η ενότητα στην Εκκλησία δεν προκύπτει από συμφωνία, αλλά από αποκάλυψη. Ο Χριστός προσεύχεται: «ἵνα ὦσιν ἓν, καθώς ἡμεῖς» (Ιω. κεφ. 17, στ. 11). Η ενότητα που ζητά δεν είναι λειτουργική συνεργασία. Είναι τριαδική ενότητα. Όπως ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένα κατά φύσιν, έτσι και η Εκκλησία καλείται να είναι μία κατά αλήθεια.

Ο Απόστολος Παύλος γίνεται ακόμη πιο σαφής: «Ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1, 8).

Η αποστολική συνείδηση δεν γνωρίζει πολλαπλές θεολογικές εκδοχές της ίδιας πίστεως. Υπάρχει μία πίστη. Και ό,τι παρεκκλίνει από αυτήν δεν συνιστά εναλλακτική μορφή Χριστιανισμού, αλλά απομάκρυνση.

Άρα ήδη από την Καινή Διαθήκη η ενότητα συνδέεται άρρηκτα με την ορθότητα της πίστεως.

Η Πατερική Εκκλησιολογία: Εκτός αληθείας δεν υπάρχει ενότητα

Οι Πατέρες δεν αντιμετώπισαν ποτέ το ζήτημα της ενότητας ως διπλωματικό πρόβλημα. Το αντιμετώπισαν ως ζήτημα σωτηρίας. Για παράδειγμα:

  • Ο Μέγας Βασίλειος διαχωρίζει αυστηρά την Εκκλησία από τις αιρέσεις. Δεν τις θεωρεί «αδελφές παραδόσεις». Τις θεωρεί ρήξη της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
  • Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος δεν αποδέχεται συμβιβασμούς για χάρη εξωτερικής ειρήνης. Γράφει ότι η ειρήνη χωρίς αλήθεια δεν είναι ευλογία, αλλά απάτη.
  • Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας αγωνίζεται μέχρι τέλους για τον όρο «Θεοτόκος», διότι γνωρίζει ότι αν αλλοιωθεί το πρόσωπο του Χριστού, αλλοιώνεται η σωτηρία.

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν συγκλήθηκαν για να επιβεβαιώσουν μια γενική ενότητα. Συγκλήθηκαν για να οριοθετήσουν την αλήθεια. Και όποιος δεν δεχόταν το δόγμα, δεν παρέμενε σε Κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι στην πατερική συνείδηση η Ενότητα συνεπάγεται Κοινή Ομολογία. Η δε Διάσταση Δόγματος, συνεπάγεται Διακοπή Κοινωνίας. Κι όλο αυτό, δεν είναι αποτέλεσμα η ένδειξη μίσους. Καταδεικνύει έντονη ευθύνη απέναντι στο σωτηριολογικό έργο του Ιησού και ταυτόχρονα στις αποστολικές διδασκαλίες.

Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν είναι νομική. Είναι ευχαριστιακή. Όλη η ουσία της Θείας Λειτουργίας, συγκροτείται γύρω από την Θεία Ευχαριστίας. Αλλά η Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει κοινή Πίστη. Γι’ αυτό στην αρχαία Εκκλησία προηγείτο η κατήχηση και ακολουθούσε η μετοχή. Δεν υπήρχε "κοινό ποτήριο" χωρίς κοινό φρόνημα. Κι όταν μιλάμε για "κοινό φρόνημα", εννοούμε το αναλλοίωτο φρόνημα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας. 

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τονίζει ότι η Εκκλησία είναι κοινωνία θεουμένων. Όχι απλώς διοικητικό σχήμα. Αν αλλοιωθεί η πίστη, αλλοιώνεται η ίδια η εμπειρία της Χάριτος.

Η Σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας: ιστορική δοκιμασία της εκκλησιολογικής συνειδήσεως

Η ιστορία της Εκκλησίας δεν είναι αφηρημένη θεολογία. Είναι πεδίο όπου η πίστη δοκιμάζεται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η Σύνοδος Φερράρας–Φλωρεντίας (1438–1439), η οποία συχνά προβάλλεται ως πρότυπο «προσπάθειας ενώσεως» μεταξύ Ανατολής και Δύσεως.

Η συγκυρία ήταν δραματική. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν στα πρόθυρα της καταρρεύσεως. Η απειλή των Οθωμανών ήταν άμεση. Η πολιτική ηγεσία της Ανατολής αναζητούσε στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση. Το τίμημα, όμως, που ετέθη, ήταν η εκκλησιαστική ένωση με τη Ρώμη.

Στη Σύνοδο συζητήθηκαν τα γνωστά θεολογικά ζητήματα που είχαν ήδη προκαλέσει το Σχίσμα: το Filioque, το καθαρτήριο πυρ, η παπική πρωτοκαθεδρία και το ζήτημα της εκκλησιολογικής αυθεντίας. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι βρέθηκαν ενώπιον ενός διλήμματος που δεν ήταν μόνο θεολογικό αλλά και πολιτικό. Η πίεση ήταν έντονη. Η ανάγκη βοήθειας επείγουσα.

Οι περισσότεροι Ορθόδοξοι ιεράρχες, υπό το βάρος των περιστάσεων, υπέγραψαν το κείμενο της ενώσεως. Όχι όμως όλοι. Ένας επίσκοπος αρνήθηκε να υπογράψει: ο Μητροπολίτης Εφέσου, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός.

Η άρνησή του δεν ήταν πράξη προσωπικής αντίδρασης ούτε πείσμα χαρακτήρα. Ήταν εκκλησιολογική στάση. Θεωρούσε ότι η ένωση που προτάθηκε δεν στηριζόταν σε κοινή ομολογία πίστεως, αλλά σε θεολογικούς συμβιβασμούς. Και για την πατερική συνείδηση, η ενότητα χωρίς ταυτότητα πίστεως δεν είναι αληθινή ενότητα.

Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ το κείμενο της ενώσεως υπεγράφη, δεν έγινε δεκτό από τον λαό και το σώμα της Εκκλησίας. Η λεγόμενη «Ένωση της Φλωρεντίας» έμεινε γράμμα κενό. Η εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδοξίας δεν το αποδέχθηκε. Εδώ φανερώνεται κάτι βαθύτερο: ότι η ενότητα δεν επιβάλλεται διοικητικά ούτε αποφασίζεται απλώς σε διπλωματικό επίπεδο. Χρειάζεται εσωτερική συμφωνία πίστεως.

Η Φλωρεντία, λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο. Αποτελεί μάθημα εκκλησιολογίας. Δείχνει ότι όταν η θεολογία συνδέεται υπερβολικά με πολιτικές σκοπιμότητες, η αλήθεια κινδυνεύει να υποταχθεί στη συγκυρία. Και δείχνει επίσης ότι η Εκκλησία διασώζεται όχι μέσω ισορροπιών, αλλά μέσω πιστότητας.

Δεν πρόκειται εδώ για αναπαραγωγή αντιπαλότητας. Πρόκειται για διαπίστωση μιας πατερικής αρχής: η ενότητα είναι καρπός κοινής πίστεως και όχι προϊόν διαπραγμάτευσης. Όπου η δογματική διαφορά παραμένει ουσιώδης, η πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία δεν μπορεί να προϋποτίθεται.

Η ιστορική εμπειρία της Φλωρεντίας υπενθυμίζει ότι η Ορθοδοξία καλείται να διαλέγεται χωρίς να αυτοαναιρείται και να μαρτυρεί χωρίς να μετατρέπει την αλήθεια σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Διότι η πίστη δεν είναι ιδεολογική θέση, αλλά αποστολική παρακαταθήκη.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν αρνήθηκε τον διάλογο. Αρνήθηκε την ένωση χωρίς αποδοχή της αλήθειας. Δεν είπε «δεν σας θέλουμε». Είπε «δεν μπορούμε να αλλοιώσουμε την πίστη για να φανεί ότι είμαστε ενωμένοι». Κι εδώ βρίσκεται το κλειδί: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι κλειστός οργανισμός που αρνείται τον κόσμο. Αλλά δεν είναι και θεολογικό φόρουμ όπου όλα συζητούνται και όλα σχετικοποιούνται.

Από τη Φλωρεντία στο ΠΣΕ: Ιστορική εμπειρία και σύγχρονη συμμετοχή

Η Σύνοδος Φερράρας - Φλωρεντίας μάς έδειξε ένα κρίσιμο μάθημα: ότι η εκκλησιαστική ενότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε θεολογική ασάφεια. Στη σύγχρονη εποχή, η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) εγείρει εκ νέου το ερώτημα: ποια είναι τα όρια του διαλόγου;

Το ΠΣΕ ιδρύθηκε το 1948 με σκοπό την προώθηση της συνεργασίας και της ενότητας μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σε αυτό από την αρχή, όχι ως «μία από τις πολλές εκκλησίες», αλλά — όπως τονίζουν επίσημα κείμενα — ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία που εισέρχεται σε διάλογο.

Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο:

Η Ορθοδοξία δεν κατανοεί τον εαυτό της ως «κλάδο» της Εκκλησίας, αλλά ως την ίδια την Εκκλησία στη διαχρονική της συνέχεια. Εάν αυτή η αυτοσυνειδησία αμβλυνθεί στο πλαίσιο ενός διαλόγου, τότε η εμπειρία της Φλωρεντίας επανέρχεται ως προειδοποίηση.

Η κριτική που ασκείται από αντι-οικουμενιστικούς κύκλους δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Εδράζεται στον φόβο μήπως ο διάλογος μετατραπεί σε σχετικοποίηση της εκκλησιολογικής αλήθειας. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές της συμμετοχής επισημαίνουν την ανάγκη μαρτυρίας της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει διάλογος. Το ερώτημα είναι: με ποια θεολογική αυτοσυνειδησία γίνεται ο διάλογος;

Διάλογος και όρια του διαλόγου

Η Καινή Διαθήκη δεν απαγορεύει τον διάλογο. Ο Απόστολος Παύλος διαλέγεται στην αγορά των Αθηνών. Δεν αποσύρεται από τον κόσμο. Όμως δεν προσαρμόζει το περιεχόμενο της πίστεως για να γίνει αποδεκτός.

Η πατερική παράδοση ακολουθεί την ίδια γραμμή. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, όλοι διαλέγονται, αλλά όχι επί ίσοις όροις αλήθειας και πλάνης. Ο διάλογος είναι μαρτυρία, όχι διαπραγμάτευση δόγματος.

Το όριο του διαλόγου τίθεται εκεί όπου:

  • αμφισβητείται η αποστολική διαδοχή
  • εξισώνεται η Ορθόδοξη εκκλησιολογία με ετερόδοξες εκκλησιολογικές θεωρίες
  • θεωρείται ότι η Εκκλησία είναι «ατελής» και χρειάζεται συμπλήρωση από άλλες παραδόσεις

Εάν ο διάλογος μετατραπεί σε θεολογική εξομοίωση, τότε δεν πρόκειται για μαρτυρία, αλλά για εκκλησιολογική σύγχυση. Κι ακριβώς εδώ είναι που η Φλωρεντία λειτουργεί ως κριτήριο:

  • η ενότητα χωρίς ομολογία πίστεως δεν διαρκεί.
  • η αλήθεια χωρίς σαφήνεια οδηγεί σε ασάφεια.

Εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία και παγκοσμιοποίηση

Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από ένα έντονο πνεύμα παγκοσμιοποίησης. Η έννοια της ενότητας προβάλλεται ως υπέρτατη αξία. Στον δημόσιο λόγο, η διαφορά θεωρείται πρόβλημα και η διάκριση σχεδόν ύποπτη.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται ενώπιον ενός λεπτού ζητήματος: πώς να παραμείνει πιστή στην εκκλησιολογική της ταυτότητα χωρίς να κλειστεί σε αυτάρκη απομόνωση.

Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία πολιτισμικής ταυτότητας. Δεν είναι εθνική κατασκευή. Είναι εμπειρία θεώσεως, ευχαριστιακή κοινότητα, μυστήριο σωτηρίας. Εάν όμως υιοθετήσει τη γλώσσα της γενικευμένης θρησκευτικής συνύπαρξης χωρίς θεολογική διάκριση, τότε η αυτοσυνειδησία της θολώνει.

Η ενότητα, κατά την ορθόδοξη θεολογία, δεν είναι οργανωτική συγχώνευση, αλλά κοινωνία εν αληθεία και εν Αγίω Πνεύματι. Όταν η παγκοσμιοποίηση επιδιώκει ενότητα μέσω συμβιβασμού, η Εκκλησία καλείται να υπενθυμίσει ότι η αληθινή ενότητα γεννάται από τη μετάνοια και την κοινή ομολογία.

Διακήρυξη Εκκλησιολογικής Αυτοσυνειδησίας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διεκδικεί προνόμιο ισχύος. Δεν επιδιώκει πολιτισμική κυριαρχία. Δεν ζητά να επιβληθεί διά θεσμικών μηχανισμών. Δηλώνει όμως αμετακίνητα ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού.

Η ενότητα, κατά την ορθόδοξη θεολογία, δεν είναι διαπραγματεύσιμο προϊόν. Δεν είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού. Δεν είναι αριθμητική σύμπτυξη παραδόσεων. Είναι κοινωνία εν αληθεία. Η αλήθεια δεν τεμαχίζεται. Δεν μοιράζεται σε ποσοστά. Δεν συμπληρώνεται μέσω θεολογικών συνθέσεων. Όπου η αποστολική διαδοχή αλλοιώνεται, όπου το δόγμα σχετικοποιείται, όπου η Εκκλησία θεωρείται ένας από τους πολλούς «κλάδους», εκεί η Ορθοδοξία δεν δύναται να σιωπήσει.

Διάλογος, ναι.

Μαρτυρία, ναι.

Συμβιβασμός πίστεως, όχι.

Η αγάπη χωρίς αλήθεια γίνεται συναισθηματισμός.

Η αλήθεια χωρίς αγάπη γίνεται σκληρότητα.

Η Ορθοδοξία καλείται να κρατήσει και τα δύο, όχι να θυσιάσει το ένα στο όνομα του άλλου.

  • Η ενότητα δεν οικοδομείται με εκπτώσεις, αλλά με μετάνοια.
  • Δεν θεμελιώνεται σε διακηρύξεις, αλλά σε κοινή πίστη.
  • Δεν εξασφαλίζεται θεσμικά, αλλά ευχαριστιακά.

Αυτό δεν είναι αλαζονεία. Είναι εκκλησιολογική συνέπεια. Κι όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιο γρήγορα θα αποφύγουμε τις παγίδες.

Προς τους Ορθοδόξους ταγούς: Ευθύνη και μαρτυρία

Η Ορθοδοξία δεν κινδυνεύει από τον διάλογο. Κινδυνεύει από τη σύγχυση. Δεν απειλείται από την παρουσία της στον κόσμο, αλλά από την απώλεια της αυτοσυνειδησίας της.

Οι ποιμένες της Εκκλησίας δεν καλούνται να διαχειριστούν έναν θεσμό, αλλά να διαφυλάξουν το Σώμα του Χριστού. Δεν είναι διαμεσολαβητές θρησκευτικών ισορροπιών, αλλά φύλακες της αποστολικής παρακαταθήκη. Ο Απόστολος Παύλος είναι σαφής: «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις». Δεν λέγει «προσαρμόζεσθε». Δεν λέγει «συγχωνεύεσθε». Λέγει «κρατεῖτε».

Η Πατερική παράδοση δεν γνωρίζει διπλωματική εκκλησιολογία. Ο Μέγας Βασίλειος ομιλεί περί ακρίβειας πίστεως. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος προτιμά τη ρήξη από την αλλοίωση του δόγματος. Ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος απαιτεί βίωμα, όχι διακηρύξεις.

Η ιστορία της Φλωρεντίας δεν είναι απλώς ένα παρελθόν επεισόδιο. Είναι υπόμνηση ότι η ενότητα χωρίς κοινή πίστη καταρρέει πριν ακόμη εφαρμοστεί.

Οι σύγχρονοι ποιμένες οφείλουν να διακρίνουν τα όρια. Ο διάλογος έχει αξία όταν είναι μαρτυρία. Όταν όμως μετατρέπεται σε εξίσωση δογμάτων, παύει να είναι μαρτυρία και γίνεται σχετικοποίηση.

Η Ορθοδοξία δεν είναι μία φωνή μέσα σε χορωδία θρησκευτικών απόψεων. Είναι η φωνή της αποστολικής συνέχειας. Και αυτή η φωνή οφείλει να είναι καθαρή.

Δεν ζητούμε επιθετικότητα. Δεν ζητούμε απομόνωση. Δεν ζητούμε θρησκευτικό εθνικισμό.

  • Ζητούμε παρρησία.
  • Ζητούμε να λέγεται καθαρά ότι η Εκκλησία δεν είναι κλάδος, αλλά το ίδιο το Σώμα του Χριστού.
  • Ζητούμε η ενότητα να ορίζεται ευχαριστιακά και όχι διοικητικά.
  • Ζητούμε η αγάπη να μην χρησιμοποιείται ως κάλυμμα θεολογικής αμηχανίας.

Εάν η Ορθοδοξία παύσει να ομολογεί, δεν θα την πολεμήσει κανείς. Θα έχει ήδη αφομοιωθεί. Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι οι «άλλοι». Θα είμαστε εμείς.

Η Εκκλησία δεν είναι χώρος διαπραγμάτευσης της αλήθειας. Είναι τόπος φανερώσεώς της. Όταν οι ποιμένες σιωπούν από φόβο ή από διπλωματία, ο λαός αποπροσανατολίζεται. Όταν όμως ο λόγος γίνεται καθαρός, τότε ακόμη και η διαφωνία γίνεται έντιμη.

Ο Προφήτης Ηλίας δεν ρώτησε τον λαό τι προτιμά. Τον κάλεσε να αποφασίσει: «ἕως πότε χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις;». Το ίδιο ερώτημα παραμένει ζωντανό σε κάθε εποχή. Δεν μπορεί η Εκκλησία να βαδίζει ταυτόχρονα προς την αποστολική ακρίβεια και προς την θεολογική αοριστία.

Ενότητα χωρίς αλήθεια είναι συμβιβασμός. Αγάπη χωρίς ομολογία είναι συναισθηματισμός. Διάλογος χωρίς ταυτότητα είναι διάλυση.

Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται να υψώσει φωνές. Χρειάζεται να υψώσει το φρόνημα. Να σταθεί με παρρησία, όχι με επιθετικότητα. Να ομολογήσει, όχι να διαπραγματευθεί.

Διότι η φωτιά του Προφήτου δεν καίει για να καταστρέψει. Καίει για να ξεχωρίσει το αληθινό από το ψευδές.

Και η εποχή μας χρειάζεται φως. Όχι καπνό.

Πηγές / Βιβλιογραφία

Α. Πρωτογενείς Πηγές

Πρακτικά καὶ Ὅροι τῆς Συνόδου Φερράρας–Φλωρεντίας (1438–1439).

(Ελληνικές εκδόσεις πατερικών κειμένων ή συλλογές συνοδικών όρων)

Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, Ἀπολογία περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.

Μέγας Βασίλειος, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Θεολογικοὶ Λόγοι.

Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, Κατηχήσεις.

Καινή Διαθήκη, ιδίως: – Ματθ. 28, 19 («μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη»)

– Γαλ. 1, 8

– Εφ. 4, 5 («εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»)

Β. Σύγχρονες Ορθόδοξες Θεολογικές Μελέτες

Ζηζιούλας, Ι. (1992). Η ενότητα της Εκκλησίας και η θεία Ευχαριστία. Αθήνα.

Φλωρόφσκυ, Γ. (1972). Bible, Church, Tradition. Belmont, MA.

Meyendorff, J. (1983). Byzantine Theology. New York.

Παπαδοπούλου, Θ. (επιμ.). Κείμενα Ορθοδόξων Εκκλησιών περί διαλόγου με ετεροδόξους.

Ware, Kallistos (1993). The Orthodox Church. London.

Γ. Για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

Επίσημη ιστοσελίδα και καταστατικό.

Κείμενα της Διαπανορθοδόξου Διάσκεψης Θεσσαλονίκης (1998) σχετικά με τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο ΠΣΕ.

Κείμενα της Συνόδου του Κολυμπαρίου (Κρήτη 2016), ιδίως το: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν  χριστιανικόν κόσμον».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"

Χριστός γεννάται, η πλάσις αναγεννάται