Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα: Από την ομολογία στον διάλογο

 


Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς

(email: orthologein@gmail.com


Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.


Από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, το μάθημα των Θρησκευτικών στην Ελλάδα γνώρισε βαθιές μεταβολές. Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγές βιβλίων ή διδακτικών μεθόδων. Πρόκειται για μεταβολή προσανατολισμού. Για μετατόπιση θεολογικού κέντρου βάρους.

Το ερώτημα δεν είναι αν έπρεπε να υπάρξει ανανέωση. Η Εκκλησία δεν φοβάται την παιδαγωγική εξέλιξη. Το ερώτημα είναι άλλο:

παρέμεινε το μάθημα ομολογιακό, δηλαδή έκφραση της ζώσας πίστεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ή μετατράπηκε σταδιακά σε χώρο θρησκειολογικού διαλόγου και διαπολιτισμικής διαχείρισης;

Στα πρώτα μεταπολιτευτικά εγχειρίδια, το μάθημα είχε σαφή εκκλησιολογική ταυτότητα. Η Ορθοδοξία παρουσιαζόταν όχι ως μία από τις πολλές θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά ως η πίστη της Εκκλησίας, ως βίωμα, ως παράδοση, ως συνέχεια ιστορική και σωτηριολογική. Το σχολείο λειτουργούσε, σε έναν βαθμό, ως προέκταση της εκκλησιαστικής κατήχησης.

Με την πάροδο των δεκαετιών όμως, και ιδίως μετά το 2010, παρατηρείται σταδιακή μετατόπιση. Το μάθημα διευρύνεται, ενσωματώνει θρησκειολογικά στοιχεία, δίνει έμφαση στον διάλογο των θρησκειών, στην πολιτισμική συνύπαρξη, στην κατανόηση της θρησκευτικής ετερότητας. Η Εκκλησία παρουσιάζεται πλέον κυρίως ως μία θρησκευτική κοινότητα ανάμεσα σε άλλες.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι άσχετη με ευρύτερα ιδεολογικά και εκκλησιολογικά ρεύματα της εποχής. Η παγκοσμιοποίηση, η ευρωπαϊκή εκπαιδευτική πολιτική, η επιρροή διεθνών οργανισμών και η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), δημιούργησαν ένα νέο πλαίσιο θεώρησης της θρησκευτικής αγωγής. Το ερώτημα που τίθεται είναι καίριο: μπορεί η ορθόδοξη αυτοσυνειδησία να συμβιβαστεί με ένα μοντέλο όπου η πίστη παρουσιάζεται απλώς ως μία από τις πολλές θρησκευτικές αφηγήσεις;

Το παρόν άρθρο δεν επιδιώκει πολεμική. Επιδιώκει διάκριση. Διότι άλλο πράγμα ο διάλογος ως μαρτυρία αληθείας και άλλο ο διάλογος ως σχετικοποίηση της αλήθειας. Άλλο η συνύπαρξη και άλλο η εκκλησιολογική εξίσωση.

Η Ορθοδοξία δεν φοβάται τον διάλογο. Φοβάται όμως την απώλεια της ομολογίας. Και ίσως αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα της εποχής μας: "μπορεί ένα μάθημα να παραμένει ορθόδοξο, όταν παύει να ομολογεί;"

Η μεταπολιτευτική περίοδος (1974–1990)

Το μάθημα ως ομολογία πίστεως

Στα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, το μάθημα των Θρησκευτικών διατηρεί σαφή ομολογιακό χαρακτήρα. Τα σχολικά εγχειρίδια είναι δομημένα γύρω από τη διδασκαλία της Ορθοδόξου πίστεως, την ιστορία της Εκκλησίας, τη λειτουργική ζωή και την ηθική διδασκαλία.

Η Εκκλησία παρουσιάζεται ως θεανθρώπινο Σώμα Χριστού, ως ιστορική και σωτηριολογική πραγματικότητα. Δεν υπάρχει προσπάθεια ουδετεροποίησης της θεολογικής ταυτότητας. Το μάθημα απευθύνεται σε βαπτισμένους Ορθοδόξους μαθητές και λειτουργεί συμπληρωματικά προς την εκκλησιαστική κατήχηση.

Η παιδαγωγική μεθοδολογία είναι περισσότερο γνωσιοκεντρική και μετωπική, αλλά η θεολογική αυτοσυνειδησία είναι καθαρή. Δεν τίθεται ζήτημα ισοτιμίας θρησκειών ούτε συγκριτικής παρουσίασης με σκοπό τον σχετικισμό. Η Ορθοδοξία δεν παρουσιάζεται ως “μία επιλογή”, αλλά ως η πίστη της Εκκλησίας στην οποία ανήκει το έθνος.

Η μεταβατική περίοδος (1990–2010)

Από την κατήχηση στην παιδαγωγική ανανέωση

Κατά τη δεκαετία του 1990 και ιδίως μετά το 2000, αρχίζει σταδιακή μετατόπιση. Το μάθημα παραμένει ορθόδοξο στον πυρήνα του, αλλά εμπλουτίζεται με παιδαγωγικά στοιχεία, δραστηριότητες, διαλογικές μεθόδους και αναφορές σε άλλες θρησκείες.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι αρχικά προβληματική. Αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή προσπάθεια παιδαγωγικής ανανέωσης. Το ζήτημα όμως είναι ότι η έμφαση αρχίζει να μετακινείται από την ομολογία προς την ενημέρωση. Από τη βιωματική ένταξη στην παράδοση προς την πολιτισμική κατανόηση της θρησκείας.

Η Εκκλησία εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως φορέας αλήθειας, αλλά αρχίζει να εντάσσεται σε ευρύτερο θρησκειολογικό πλαίσιο.

Η τομή μετά το 2011

Από την ομολογία στον διαθρησκειακό διάλογο

Με τα νέα Προγράμματα Σπουδών και τα εγχειρίδια της περιόδου 2011–2019, παρατηρείται ουσιαστική αλλαγή προσανατολισμού.

Το μάθημα αποκτά θρησκειολογικό χαρακτήρα. Παρουσιάζονται εκτενώς άλλες θρησκείες. Η έννοια της «θρησκευτικής συνείδησης» αντικαθιστά σταδιακά την έννοια της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Η Ορθοδοξία παραμένει παρούσα, αλλά όχι ως αποκλειστικός θεολογικός ορίζοντας.

Εδώ γεννάται το καίριο ερώτημα:

η παρουσίαση όλων των θρησκειών σε ισοβαρή βάση καλλιεργεί γνώση ή οδηγεί σε σχετικοποίηση;

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι άσχετη με το ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής, της πολυπολιτισμικότητας και της επιρροής διεθνών οργανισμών. Σε εκκλησιολογικό επίπεδο, συνδέεται και με τη θεολογική ατζέντα του διαλόγου των θρησκειών, όπως αυτή καλλιεργείται στο πλαίσιο του ΠΣΕ. 

Θεολογική αποτίμηση

Η Ορθοδοξία δεν αρνείται τον διάλογο. Ο ίδιος ο Χριστός διαλέγεται. Οι Πατέρες διαλέγονται. Η Εκκλησία μαρτυρεί εντός του κόσμου. Άλλο όμως ο διάλογος ως μαρτυρία αλήθειας και άλλο ο διάλογος ως εξίσωση αληθειών.

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία δεν γνωρίζει “ισοτιμία σωτηριολογικών δρόμων”. Η Εκκλησία ομολογεί «Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν». Όταν η παιδαγωγική γλώσσα αρχίζει να αποφεύγει την ομολογία για να μην θίξει, τότε προκύπτει εσωτερικό πρόβλημα ταυτότητας.

Το μάθημα των Θρησκευτικών μπορεί να είναι σύγχρονο χωρίς να είναι σχετικιστικό. Μπορεί να είναι παιδαγωγικά ανανεωμένο χωρίς να απεμπολεί την εκκλησιολογική του ρίζα.

Το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή σε παλαιά σχήματα. Το ζητούμενο είναι η διατήρηση της ομολογιακής συνείδησης μέσα σε σύγχρονο παιδαγωγικό πλαίσιο.

Προοπτική

Η Ορθοδοξία δεν κινδυνεύει από τον διάλογο. Κινδυνεύει από τη λήθη της αυτοσυνειδησίας Της. Αν το μάθημα των Θρησκευτικών μετατραπεί απλώς σε θρησκειολογική ενημέρωση, τότε παύει να είναι προέκταση της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Αν όμως παραμείνει χώρος μαρτυρίας της πίστεως με σεβασμό προς τον άλλο, τότε μπορεί να αποτελέσει γέφυρα και όχι σύγχυση.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα υπάρχει διάλογος. Το ερώτημα είναι αν ο διάλογος θα στηρίζεται σε ομολογία ή σε ουδετεροποίηση.

Και ίσως εδώ συνοψίζεται όλη η συζήτηση:

η Εκκλησία καλείται να διαλέγεται, αλλά δεν καλείται να σιωπά.

Η επίδραση του οικουμενιστικού διαλόγου και του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο μάθημα των Θρησκευτικών

Η μετατόπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών προς έναν περισσότερο διαλογικό και διαθρησκειακό χαρακτήρα δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από το ευρύτερο θεολογικό και εκκλησιολογικό πλαίσιο του 20ού και 21ου αιώνα. Ιδιαίτερη μνεία οφείλει να γίνει στο ΠΣΕ, το οποίο από την ίδρυσή του το 1948 επηρέασε τον θεολογικό λόγο περί ενότητας, διαλόγου και διαχριστιανικών σχέσεων.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετείχε στον θεολογικό διάλογο με στόχο τη μαρτυρία της πίστεως και όχι την εκκλησιολογική εξίσωση. Η συμμετοχή αυτή ερμηνεύθηκε από τους υποστηρικτές της ως ευκαιρία ομολογίας της Ορθοδοξίας εντός ενός πολυεκκλησιαστικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, η ίδια αυτή συμμετοχή προκάλεσε και θεολογικούς προβληματισμούς, ιδίως όταν ο διάλογος ερμηνεύθηκε όχι ως μαρτυρία, αλλά ως αναγνώριση πολλαπλότητας εκκλησιαστικών εκφράσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται ότι η θεολογική γλώσσα που υιοθετείται στα σύγχρονα εκπαιδευτικά προγράμματα συχνά αντανακλά το πνεύμα της διαλογικής εκκλησιολογίας. Η έμφαση μετατίθεται από την ομολογία της Εκκλησίας ως της μίας αληθούς Εκκλησίας, προς μια γλώσσα που αναδεικνύει περισσότερο την “κοινή χριστιανική παράδοση”, τη “συνύπαρξη”, την “πολυφωνία” και τον “σεβασμό στη διαφορετικότητα”.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καθεαυτή προβληματική, εφόσον παραμένει σαφής η εκκλησιολογική ταυτότητα. Το ζήτημα ανακύπτει όταν η ορολογία του διαλόγου τείνει να αποσυνδεθεί από την ομολογία της πίστεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά το Σύμβολο της Πίστεως, ομολογεί μία Εκκλησία. Η εκκλησιολογία της δεν θεμελιώνεται σε ομοσπονδιακή αντίληψη εκκλησιαστικότητας, αλλά σε μυστηριακή και αποστολική συνέχεια.

Όταν, λοιπόν, το σχολικό μάθημα υιοθετεί γλώσσα η οποία αποφεύγει συστηματικά τη σαφή εκκλησιολογική διατύπωση, προκειμένου να μη θεωρηθεί “αποκλειστική”, τότε τίθεται το ερώτημα αν η παιδαγωγική ευαισθησία υπερισχύει της θεολογικής συνέπειας και Αληθείας.

Η πατερική παράδοση προσφέρει κριτήριο. Οι Πατέρες δεν απέφευγαν τον διάλογο. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός διαλέχθηκε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντιπαρατέθηκε θεολογικά. Ο διάλογος όμως ουδέποτε αποσυνδέθηκε από την ακρίβεια της ομολογίας.

Συνεπώς, η πρόκληση για το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι να απορρίψει τον διάλογο, αλλά να θεμελιώσει τον διάλογο στην εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία. Ο διάλογος χωρίς ταυτότητα οδηγεί σε σύγχυση. Η ταυτότητα χωρίς διάλογο οδηγεί σε απομόνωση. Η Ορθόδοξη παράδοση καλείται να βαδίσει μεταξύ των δύο άκρων.

Εν τέλει, η συζήτηση περί του ΠΣΕ και της οικουμενικής θεολογίας δεν είναι απλώς εκκλησιαστική διαμάχη. Αγγίζει το ερώτημα: πώς διδάσκεται η Εκκλησία στα παιδιά. Ως μία ιστορική έκφραση πίστης μεταξύ άλλων ή ως η ζώσα εμπειρία του Σώματος του Χριστού; 

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθορίζει και τον χαρακτήρα του μαθήματος.

Κατακλείδα

Η πορεία του μαθήματος των Θρησκευτικών από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα δεν αποτελεί απλώς μια παιδαγωγική μεταρρύθμιση. Αποτυπώνει μια βαθύτερη εκκλησιολογική μετατόπιση. Από τη σαφή ομολογία και τη θεσμική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, οδηγηθήκαμε σταδιακά σε μια γλώσσα διαλόγου, σχεσιακότητας και θρησκευτικής συνύπαρξης.

Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό. 

Μπορεί η Εκκλησία να διαλέγεται χωρίς να αποσιωπά την ταυτότητά της; Μπορεί το μάθημα να είναι ανοιχτό στον σύγχρονο κόσμο χωρίς να αποδυναμώνει την ομολογιακή του βάση;

Η Ορθόδοξη παράδοση δεν φοβάται τον διάλογο. Φοβάται όμως τη σύγχυση. Δεν αρνείται τη συνάντηση με τον άλλον. Αρνείται όμως την εξίσωση της Αλήθειας με τη σχετικότητα. Ο διάλογος έχει νόημα μόνο όταν γνωρίζεις ποιος είσαι. Διαφορετικά μετατρέπεται σε διάχυση ταυτότητας.

Εάν το μάθημα των Θρησκευτικών πρόκειται να διατηρήσει τον εκκλησιολογικό του χαρακτήρα, οφείλει να παρουσιάζει την Εκκλησία όχι ως μία ακόμη θρησκευτική πρόταση, αλλά ως το ζων Σώμα του Χριστού, ως χώρο μεταμόρφωσης του ανθρώπου, ως εμπειρία σωτηρίας. Μόνο τότε ο διάλογος δεν θα είναι υποχώρηση, αλλά μαρτυρία.

Η ιστορική εξέλιξη δείχνει ότι το μάθημα μετακινήθηκε από την ομολογία προς τον διάλογο. Το ζητούμενο όμως δεν είναι η επιστροφή σε παλαιά σχήματα ούτε η άκριτη αποδοχή των νέων. Το ζητούμενο είναι η σύνθεση. Ο διάλογος να θεμελιώνεται στην ομολογία και η ομολογία να εκφράζεται με πνεύμα αγάπης.

Διότι χωρίς Αλήθεια δεν υπάρχει Εκκλησία. Και χωρίς ομολογία πίστεως, δεν υπάρχει μαρτυρία.

Η συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών δεν αφορά μόνο θεολόγους και πανεπιστημιακούς. Αφορά γονείς, ποιμένες και κάθε μέλος της Εκκλησίας που ενδιαφέρεται για το πώς θα γνωρίσουν τα παιδιά μας την πίστη. Δεν αρκεί να διαμαρτυρόμαστε ούτε να νοσταλγούμε παλαιότερες εποχές. Χρειάζεται θεολογική εγρήγορση, παιδαγωγική σοβαρότητα και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Διότι το ζήτημα δεν είναι απλώς τι θα διδαχθεί, αλλά ποια εικόνα Εκκλησίας θα διαμορφωθεί στη συνείδηση των νέων. Και αυτή η ευθύνη δεν είναι μόνο κρατική. Είναι πρωτίστως εκκλησιαστική.

Πηγές:

Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Αναλυτικό Πρόγραμμα Θρησκευτικών Δημοτικού Σχολείου, ΦΕΚ 347/1977.

• Υπουργείο Παιδείας, Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών για Δημοτικό και Γυμνάσιο, ΦΕΚ 698/2017.

• Υπουργείο Παιδείας, Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών Γενικού Λυκείου, ΦΕΚ Β΄ 699/2020.

• Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), Προγράμματα Σπουδών Θρησκευτικών (2016–2019).

• Κομνηνού, Ι., Η διδασκαλία των Θρησκευτικών στο σύγχρονο σχολείο. Αθήνα: Ατραπός, 2004.

• Κομνηνού, Ι., Ορθόδοξη θεολογία και σχολική πράξη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2016.

• Καλαϊτζίδης, Π., Orthodox Theology and Modernity. Geneva: WCC Publications, 2012.

• Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (World Council of Churches), επίσημα κείμενα και αποφάσεις (διαθέσιμα στο wcc-coe.org).

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"

Χριστός γεννάται, η πλάσις αναγεννάται