Περί απωλείας της Χάριτος

 


Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς

Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.

Με αυτό το άρθρο, μπαίνουμε σε "επικίνδυνα νερά". Δεν είναι τυχαίο ότι ελάχιστοι συγγραφείς δοκίμασαν να αναλύσουν ένα τόσο σοβαρό ζήτημα κι οι περισσότεροι εξ αυτών, έδωσαν είτε ημιτελή κείμενα, είτε λίαν άστοχα. Πρόκειται για ένα ζήτημα "ναρκοπέδιο", το οποίο αρνούνται πολλοί να βαδίσουν. Με φόβο Θεού, με πολλή προσοχή και πολλή προσευχή, σας παρουσιάζω τούτο το ζήτημα όσο πιο αναλυτικά γίνεται. 

Το φλέγων ερώτημα

"Μπορεί ένας βαπτισμένος, τυπικά ενταγμένος στην Εκκλησία, να ζει ουσιαστικά εκτός Χάριτος;

Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό, ούτε ακαδημαϊκό. Είναι υπαρξιακό, εκκλησιολογικό και βαθύτατα ποιμαντικό. Διότι, αν η απάντηση είναι αρνητική, τότε το Βάπτισμα λειτουργεί ως μόνιμη, αμετάκλητη και ανεξάρτητη από την ανθρώπινη ελευθερία εγγύηση σωτηρίας. Αν όμως η απάντηση είναι καταφατική, τότε εισερχόμαστε σε μια θεολογία σχέσης, αγώνα και δυναμικής κοινωνίας με τον Θεό, όπου η Χάρις δεν καταργεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί με αυτήν.

Η εκκλησιαστική εμπειρία, ωστόσο, θέτει το ερώτημα με οξύτητα: "πώς νοείται η Χάρις σε έναν άνθρωπο που, αν και βαπτισμένος, ζει χωρίς μετάνοια, χωρίς εκκλησιαστική συνείδηση, χωρίς προσευχή, χωρίς ασκητική διάθεση, χωρίς έστω στοιχειώδη αναφορά στον Θεό;

Μπορεί η Χάρις να ενεργεί εκεί όπου δεν υπάρχει καμία πρόθεση κοινωνίας;

Ή μήπως, σε μια τέτοια περίπτωση, η Χάρις δεν χάνεται μεν ως θεϊκή προσφορά, αλλά παραμένει ανενεργός ως προς τον άνθρωπο;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο αιχμηρό αν τεθεί αντίστροφα: "αν η Χάρις είναι πάντοτε και αδιακρίτως ενεργός σε κάθε βαπτισμένο, τότε ποια είναι η θεολογική σημασία της πτώσης, της αποστασίας, της σκληρύνσεως της καρδίας; Και πώς ερμηνεύονται οι πατερικές προειδοποιήσεις περί «νεκρώσεως του πνεύματος», «σβησίματος του φωτός» και «εκπτώσεως από την κοινωνία του Θεού»;"

Η Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ ένας οργανισμός τυπικής ένταξης, αλλά σώμα ζών, του οποίου τα μέλη μετέχουν πραγματικά και ενεργά στη ζωή του Χριστού. Η Χάρις δεν προσφέρεται ως νομικό δικαίωμα, αλλά ως δωρεά σχέσης. Και κάθε σχέση, αν δεν τρέφεται, αν δεν ανταποκρίνεται, αν δεν βιώνεται, οδηγείται σε ατροφία.

Γι’ αυτό και πριν απαντήσουμε οριστικά στο ερώτημα, καθίσταται απολύτως αναγκαίο να διευκρινιστεί κάτι θεμελιώδες: "Τι είναι Χάρις και τι δεν είναι;" 

Διότι μόνο αν αποσαφηνιστεί η φύση της Χάριτος, μπορεί να κατανοηθεί αν αυτή χάνεται, αποσύρεται, σβήνει, ή αν ο άνθρωπος είναι εκείνος που αποκόπτεται από τη ζωοποιό της ενέργεια.

Από αυτό το σημείο και έπειτα, η θεολογία παύει να είναι αφηρημένη και γίνεται μαρτυρία εμπειρίας. Και τότε, το αρχικό ερώτημα δεν ζητά απλώς απάντηση, αλλά κρίση συνειδήσεως.

Τι έστι Χάρις;

Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Η Χάρις δεν είναι πράγμα. Δεν είναι ένα αντικείμενο απτό που κάποιος μπορεί να το πιάσει στα χέρια του και να το περιεργαστεί. Η Χάρις δεν είναι πράγμα. Δεν είναι αντικείμενο απτό, ούτε ιδιότητα, ούτε κάποιο είδος “θρησκευτικού κεφαλαίου” που αποθηκεύεται εφάπαξ.

Στην ορθόδοξη θεολογία, Χάρις είναι η άκτιστος ενέργεια του Θεού. Η πραγματική και ενεργός παρουσία Του εντός της κτίσεως, χωρίς να συγχέεται με την ουσία Του.

Δεν πρόκειται για κάποιο σύμβολο ή μία ψυχολογική κατάσταση ή νομική σφραγίδα. Τουναντίον, είναι τρόπος υπάρξεως, μετοχή, κοινωνία και κίνηση ζωής.

Όπως ομολογεί ο Γέρων Εφραίμ ο Κατουνακιώτης: "Η θεία χάρις μία είναι, αλλά κατά το μέτρον του καθενός εμφανίζεται, εργάζεται, οράται, ναι, οράται! Αχ, και πόσον σκιρτάει μέσα σου όταν βλέπεις, όταν αισθάνεσαι αυτήν την θεία χάρη!". Ο δε Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, τονίζει ότι η Χάρις είναι: "Μία συγκεκριμένη φυσική και ουσιώδη* ενέργεια του Θεού, που όταν γίνεται μεθεκτή, θεώνει χαρισματικώς τους μετόχους της."

Η Θεία Χάρις, εκπορεύεται από τον Θεό. Προσφέρεται ελεύθερα, αλλά ενεργοποιείται όταν ο άνθρωπος αποκτά σχέση με τον Θεό. Δια τούτο, ο Θείος Παύλος επισημαίνει: "Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσῳσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον· οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται." (Εφεσ. κεφ. 2, στ. 8-9) (ν.ε. Διότι πράγματι έχετε σωθεί δωρεάν με την χάριν δια μέσου της πίστεως. Και αυτή δεν προήλθε από εσάς. το δώρον είναι του Θεού. Δεν είναι από τα έργα σας, ώστε να μη μπορεί ποτέ κανείς να καυχηθεί.)

Ο Θεός είναι πάντοτε παρών. Η Χάρις όμως γίνεται παρούσα εκεί όπου υπάρχει δεκτικότητα. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Χάρις δεν καταργεί την ανθρώπινη ελευθερία ούτε λειτουργεί ανεξαρτήτως αυτής. Σύμφωνα με την πατερική παράδοση, η σωτηρία δεν είναι έργο αποκλειστικά του ανθρώπου, όπως εσφαλμένα υποστηρίζουν οι θιασώτες του ηθικισμού. Ούτε όμως είναι έργο αποκλειστικά του Θεού, όπως ισχυρίζονται όσοι ασπάζονται τη μοιρολατρία. Αντιθέτως, η ενέργεια της Χάριτος προϋποθέτει συνεργεία: ο άνθρωπος ασπάζεται και αναγνωρίζει τη σωτηριολογική σημασία του έργου του Χριστού και τότε συμμετέχει ενεργά μαζί με τη Θεία Χάρη.

Η Χάρις προηγείται, αλλά δεν αντικαθιστά τον άνθρωπο. Τον καλεί, τον φωτίζει, τον ελκύει, αλλά δεν τον εξαναγκάζει. Ο Θεός σέβεται απόλυτα το δώρο Του προς τον άνθρωπο: το αυτόβουλο και το αυτεξούσιο. Του προσφέρει τη Χάρη Του κι από εκεί και πέρα, εναπόκειται στην ανθρώπινη προαίρεση το αν θα κάνει χρήση Της ή όχι. Για τούτο, η Χάρη, μπορεί να παραμεληθεί, να συσκοτιστεί, ή ακόμη και να αδρανοποιηθεί στην πράξη. Όχι γιατί αποσύρεται ο Θεός, αλλά γιατί αποσύρεται ο άνθρωπος. Ο Θεός, ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον Θεό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην ερμηνεία του της Προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, αναφέρει χαρακτηριστικά: "Ἡ χάρις, κἄν χάρις, τούς ἐθέλοντας σώζει." [ν.ε. Η Χάρη, αν και χάρη (σ.σ. εννοεί δώρημα), σώζει αυτούς που (την) θέλουν]. 

Τι δεν είναι η Θεία Χάρις

Σε αυτό το σημείο, θα πω ότι πατούμε επί λεπτού πάγου. Το να καταδειχθεί το τι δεν είναι η Θεία Χάρις, απαιτεί χειρουργική ακρίβεια, διάκριση και ουσιαστική εξοικείωση με τα βιβλικά χωρία. Κι όταν λέω «εξοικείωση», δεν εννοώ απλώς την αποστήθιση ή απαγγελία τους, αλλά τη βαθιά κατανόηση του νοήματός τους. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τι δεν είναι η Θεία Χάρις. Τούτου λεχθέντος, ας προχωρήσουμε στην ανάλυση.

Η Χάρις, δεν είναι μόνιμο κεκτημένο λόγω κάποιας τελετής. Δεν «εγκαθίσταται» αυτόματα και εσαεί επειδή τελέστηκε ένα μυστήριο, αν ο άνθρωπος ζει εκτός σχέσης. Καθώς η σχέση μας με τον Θεό θα πρέπει να είναι σχέση ουσίας και όχι τύπων, η Χάρη δεν λειτουργεί ως θεϊκό άλλοθι. Δεν ισχύει η λογική του: "ανήκω τυπικά, άρα είμαι εν Χάριτι". Το να σηκωθείς το πρωί να πας εκκλησία από συνήθεια, χωρίς εσωτερική συμμετοχή, είναι τυπική σχέση με τον Θεό. Το να πεις "γιορτάζει ο Τάδε Άγιος σήμερα, ας ανάψω το καντήλι μου", είναι τυπική σχέση. Το ίδιο το να κάνεις μια προσευχή επειδή "πρέπει" κι όχι επειδή την θέλει η ψυχή σου, είναι επίσης τυπικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν καλύπτεται ο άνθρωπος από την Χάρη.

Επίσης, η ψυχολογική γαλήνη ή η συναισθηματική ανάταση μπορεί να συνοδεύουν τη Χάρη, αλλά δεν ταυτίζονται μαζί της. Η Χάρη, όπως προανέφερα, εκπορεύεται από τον Θεό. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανεξάρτητη δύναμη από τον Θεό. Δεν είναι ενέργεια απρόσωπη ή ουδέτερη. Προέρχεται από τον Θεό, συνδέεται άρρηκτα με Αυτόν και ενεργεί εξ Αυτού και δι’ Αυτού.

Τέλος, δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια του βαπτίσματος όταν δεν υφίσταται συνέχεια στη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Το βάπτισμα είναι είσοδος, όχι εγγύηση διατήρησης. Το ότι κάποιος βαπτίστηκε και έλαβε μέσω του βαπτίσματος τη Χάρη, δεν σημαίνει ότι, αν επιλέξει συνειδητά να παραμείνει στην αμαρτία, η Χάρη θα συνεχίσει να ενεργεί εντός του. Το ίδιο συμβαίνει και με το Μυστήριο της ιεροσύνης και με την μοναχική κουρά. Όπως είχε πει ο πάπας για τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό "Εάν Μάρκος δεν υπέγραψεν, ουδέν εποιήσαμεν", έτσι, κατά παράφραση αυτού, "Εάν άνθρωπος δεν συνταχθεί τω Θεώ, ουδέν εποιήσαμεν". Η σχέση με την Χάρη, ειναι πάντοτε προσωπική σχέση.

Ο Θεός δεν απουσιάζει ποτέ από την κτίση. Αλλά η Χάρις, μπορεί να είναι παρούσα, χωρίς να είναι ενεργός. Όπως η φωτιά καίει, αλλά το βρεγμένο ξύλο δεν ανάβει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, τονίζει σχετικά: "Αφαιρείται όμως η χάρις ένεκα της κενοδοξίας, ένεκα και ενός ακόμη υπερηφάνου λογισμού." Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η αδράνεια της Χάριτος δεν είναι θεϊκή τιμωρία, αλλά υπαρξιακή συνέπεια της δικής μας απομάκρυνσης. Στη συνέχεια του άρθρου, θα δούμε ποιες αρετές ενεργοποιούν τη Χάρη. 

Αρετές που ενεργοποιούν τη Θεία Χάρη

Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα που τίθενται, είναι το αν υπάρχει κάτι που να προσελκύει / ενεργοποιεί τη Θεία Χάρη στον άνθρωπο. Η απάντηση είναι "ναι"! Η Θεία Χάρη, έλκεται από τις πνευματικές αρετές που αποκτά ο άνθρωπος. Αρετές που χτίζουν μια αμοιβαία σχέση με τη Χάρη και οδηγούν τον άνθρωπο στην αγιοσύνη κι ως εκ τούτου, στη θέωση. Η θέωση, που αποτελεί το ζητούμενο της εν Χριστώ και κατά Χριστόν ζωής, είναι η υπέρ φύσιν πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και η κατά χάριν ένωσή του με τον Θεό. Αυτές οι αρετές είναι:

Ταπείνωση: Αποκαλείται η "μητέρα πασών των αρετών". Κι όχι τυχαία. Η ταπείνωση, συνίσταται στην κατάργηση του ιδίου θελήματος και στην απόλυτη υπακοή. Αποτελεί τον θεμέλιο λίθο όλων των άλλων αρκετών. Χωρίς αυτήν, κυριαρχούν ο εγωισμός, η υπερηφάνεια, η έπαρση και πολλές ακόμη "κακίες" που εμποδίζουν τον άνθρωπο από την απόκτηση αρετών και κατά συνέπεια από την έλξη της Χάριτος. Κι αυτό, μας οδηγεί αυτόματα στην:

Υπακοή: ο χριστιανός, οφείλει να κάνει υπακοή: στο Θείο θέλημα, στον πνευματικό του και σε κάποιους ανθρώπους. Εδώ όμως υπάρχει η εξαίρεση. Δεν κάνουμε υπακοή σε ηθικώς μεμπτές εντολές ή οδηγίες, σε οδηγίες που συνιστούν άρνηση πίστεως, σε οδηγίες που συνιστούν αποτροπή υπακοής στον πνευματικό μας κοκ. Δηλαδή, δεν υπακούμε σε οτιδήποτε μας απομακρύνει από τον Θεό. Αυτά, δεν ισχύουν μόνο για τους λαϊκούς. Ισχύουν και για τους ιερείς, τους μοναχούς και τις μοναχές. Κι όλο τούτο, μας οδηγεί με τη σειρά του στην επόμενη αρετή:

Διάκριση: Η διάκριση, αποκαλείται και "βασίλισσα των αρετών", διότι είναι εκείνη που κρατάει όλες τις άλλες σε τάξη. Η διάκριση δεν συνίσταται μόνο στην ορθή κατανόηση της πνευματικής κατάστασης του εαυτού μας, αλλά και στην ορθή κατανόηση των καταστάσεων που προσλαμβάνουμε. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, μας διαφωτίζει λέγοντας: "Διάκριση στους αρχάριους είναι η ορθή επίγνωση του εαυτού τους. Στους προχωρημένους το να διακρίνουν το πραγματικό αγαθό από αυτό εκ φύσεως και το πραγματικό κακό από αυτό που φαίνεται εκ φύσεως. Και στους τέλειους η γνώση από τον φωτισμό του Θεού που κάνει να λάμπουν και όσα σκοτεινά υπάρχουν στους άλλους". 

Υπομονή: Οι Άγιοι Πατέρες αποκαλούν την υπομονή «δοχείο της Χάριτος». Εντός της υπομονής εδρεύει και μία ακόμη μεγάλη αρετή: η καρτερία. Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Γρηγόριος (Λέμπεντεβ), Επίσκοπος Σλίσελμπουργκ, μας παροτρύνει λέγοντας: "Ἀγρυπνεῖτε! Θαρσεῖτε! Ἀς μὴ βγεῖ ἀπὸ τὸ στόμα σας λέξη γογγυσμοῦ, οὔτε νότα ἀπελπισίας, οὔτε ἀπώλεια διαθέσεως. Αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι ὑπομονή, καὶ δι’ αὐτῆς καρτερία ψυχῆς καὶ ἀδιατάρακτη Πίστη".

Ο ζων εν Χριστώ και κατά Χριστόν, υπομένει τα βάσανα, τις κακουχίες, τις ασθένειες και τις δυσκολίες της ζωής, χωρίς να γογγύζει, χωρίς να κατηγορεί τον Θεό. Μόνο με δοξολογία κι εμπιστοσύνη, γνωρίζοντας ότι η κάθε δυσκολία παραχωρείται για τη δική μας πνευματική ενίσχυση και σωτηρία. Υπομονή κι όταν ο Θεός, θέλοντας να μας δοκιμάσει, καθυστερεί, σφυρηλατόντας με αυτόν τον τρόπο την πνευματική μας υπόσταση.

Και ποιο μεγαλύτερο παράδειγμα υπομονής υπάρχει πλην του ίδιου του Υιού και Λόγου του Θεού Ιησού Χριστού, ο οποίος αναμάρτητος Ων, υπέμεινε ταπείνωση, χλευασμό, μαρτύρια και τελικώς σταυρικό θάνατο, παίρνοντας στους ώμους Του τις ανθρώπινες αμαρτίες και καταργώντας τον θάνατο; Εκείνος, που για χάρη της "ημετέρας σωτηρίας" υπέμεινε τα πάνδεινα, ΟΧΙ για τον εαυτό Του, αλλά για εμάς. Κι αυτό μας φέρνει σε μία ακόμη σημαντική αρετή:

Ανεξικακία: Η ανεξικακία, συνίσταται στην έλλειψη κακίας. Δηλαδή στο να μην κρατάμε κακία στους άλλους. Πρώτος διδάξας, ο Ιησούς, ο οποίος επί του Σταυρού Του ανεφώνησε: "Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι" (Λουκ. κεφ. 23, στ. 34). Της ανεξικακίας συνοδοιπόρος, είναι η συγχωρετικότητα. Ο ανεξίκακος συγχωρεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου, ο οποίος όχι μόνο συγχώρεσε το φονιά του αδελφού του, αλλά τον έκρυψε από τους χωροφύλακες που τον αναζητούσαν και τον βοήθησε να διαφύγει. Η ανεξικακία δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη πνευματική. Είναι νίκη κατά του παλαιού ανθρώπου. Κι αυτή η αρετή, μας κατευθύνει στην:

Αγάπη: Για την αγάπη, ό,τι κι αν ειπωθεί, είναι λίγο. Ο Απόστολος των εθνών Παύλος, τα λέει όλα στον "ύμνο της αγάπης" : "Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ άγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει·". (Α´ πρὸς Κορινθίους, κεφ. 12, στ. 27 - κεφ. 13, στ. 13) (ν.ε. Εάν υποθέσομε ότι ομιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, οι λόγοι μου ακούονται ως χάλκινος κώδωνας ή αλαλαγμός κυμβάλου. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και κατέχω όλα τα μυστήρια του Θεού και όλη τη γνώση, και εάν ακόμη έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ όρη, δεν έχω όμως αγάπη, δεν είμαι τίποτε. Και εάν διαθέσω τα υπάρχοντά μου στους πτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι σε τίποτε από αυτές τις θυσίες. Η αγάπη είναι μακρόθυμη κι ανεκτική, είναι καλωσυνάτη, ευεργετική και ωφέλιμος, δε ζηλοφθονεί, δεν υπερηφανεύεται, δεν έχει αλαζονεία και προπέτεια, δεν πράττει άσχημα, δε ζητεί τα δικά της συμφέροντα, δε ερεθίζεται από θυμό και οργή, δε σκέπτεται ποτέ κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν. Δεν χαίρεται όταν βλέπει να γίνεται αδικία, χαίρεται όμως όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί. Η αγάπη τα πάντα ανέχεται, στα πάντα εμπιστεύεται, για πάντα ελπίζει, τα πάντα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν εκπίπτει). 

Ο Θείος Παύλος, με αυτά τα λόγια, περιέγραψε στο έπακρον την Αγάπη. Η Αγάπη στην οποία αναφερόμαστε, είναι εκείνη προς τον πλησίον μας. Μια ανιδιοτελής αγάπη που δεν έχει κάτι να περιμένει ως ανταπόδοση. Η Αγάπη στην οποία αναφερόμαστε, είναι η Αγάπη προς τον Θεό. Εκείνον που μεριμνά για όλους μας. Δεν αναφερόμαστε στην ερωτική αγάπη ενός ζευγαριού, η οποία ανήκει σε ένα άλλου είδους αγάπης, εντελώς διαφορετικής των δύο προλεχθέντων, διότι αυτού του είδους, δεν είναι καθολική. Δεν απευθύνεται σε όλην την ανθρωπότητα. Απευθύνεται σ' ένα και μόνο πρόσωπο. Και συχνά, τέτοιου είδους αγάπη, μας απομακρύνει από τον Θεό, διότι επικεντρωνόμαστε τόσο πολύ στο άλλο πρόσωπο, αποσπώντας το μυαλό μας από τον Δημιουργό. Η αγάπη τώρα, έρχεται κι αυτή με τη σειρά της να μας οδηγήσει στην:

Φιλανθρωπία: Η φιλανθρωπία, στην Ορθόδοξο ποιμαντική, συνίσταται όχι μόνο στην υλική, αλλά και στην ηθική και την πνευματική βοήθεια που θα δώσουμε σε έναν συνάνθρωπο. Ουσιαστικά, η φιλανθρωπία, συμβαδίζει με την αρετή της ελεημοσύνης, αφού και τα δύο έχουν ως αφετηρία την ανιδιοτέλεια και αντικειμενικά σκοπό την παροχή βοήθειας στο συνάνθρωπο. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, στους Μακαρισμούς, ήταν ξεκάθαρος: "μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται" (Ματθ. κεφ. 5, στ. 7). Ο Ιερός Χρυσόστομος, τονίζει ότι αυτός ο μακαρισμός διατρανώνει την ανάγκη ελεημοσύνης με κάθε τρόπο, όχι μόνο υλικό. 

Ο φιλάνθρωπος κι ελεήμων, βλέπει τον συνάνθρωπό του ως εικόνα Θεού, κατά το βιβλικό: "καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν" (Γεν. κεφ 1,στ. 26) και θεωρεί πως η φιλανθρωπία κι η ελεημοσύνη, γίνεται προς τον ίδιο τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, αφού ο ίδιος, περιγράφοντας την ημέρα της Κρίσεως, είπε: "τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ Με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός Με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε." (Ματθ. κεφ. 25, στ. 34 - 40). Και μέσα στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης, βρίσκεται και η αγάπη για τα ζώα. Αλλά, και τούτο είναι σημαντικό, η αγάπη για τα ζώα, ως μέρος της δημιουργίας. Ως ποιήματα του Θεού. Κι αυτό, δεν έχει καμία σχέση με την αρρωστημένη φιλοζωία των σύγχρονων "φιλόζωων", οι οποίοι παρουσιάζουν μία μορφή εξάρτησης ή - ακόμη χειρότερα - εκμαυλισμένης αγάπης, ου κατά Θεόν, αλλά καθ' υπερβολή. Αυτές οι αρετές, αναπόφευκτα μας οδηγούν στην επόμενη:

Ακτημοσύνη: Η αρετή της ακτημοσύνης, συνίσταται στην αδιαφορία για τα υλικά αγαθά, όσο ευτελή και όσο πολύτιμα κι αν είναι αυτά. Ο ακτήμων, γνωρίζει πολύ καλά, ότι δεν πρόκειται να πάρει κανένα υλικό αγαθό μαζί του στην άλλη ζωή. Έτσι αδιαφορεί γι' αυτά από την εδώ ζωή του. 

Το 1964 ο Αριστοτέλης Ωνάσης, απευθυνόμενος στους δημοσιογράφους, τους έθεσε το εξής ερώτημα: «Όποιος βρει την πραγματική μου περιουσία (κατά προσέγγιση) θα του δώσω 10.000 δολάρια».

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί, μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, χιλιάδες επιστολές δημοσιογράφων από όλο τον κόσμο. Έβαλε, λοιπόν, τους συνεργάτες του να διαβάσουν όλα εκείνα τα γράμματα. Όμως ένα γράμμα ξεχώριζε. Ο Ωνάσης το πήρε, το διάβασε και ύστερα από λίγη σκέψη είπε: «Ναι! Αυτή είναι η σωστή απάντηση. Όποιος έγραψε αυτό το γράμμα, αυτός θα πάρει το χρηματικό έπαθλο!». Το γράμμα ήταν μιας δημοσιογράφου από τη Σουηδία, η οποία του έγραψε: «Κύριε Αριστοτέλη, η προσωπική σας περιουσία είναι δύο μέτρα γη!».

Ακόμη κι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στη γη, γνώριζε την αλήθεια. Την ίδια αλήθεια που γνωρίζουν οι ακτήμονες. 

Η ακτημοσύνη, διώχνει τη φιλαργυρία. Εστιάζει στο γεγονός πως ό,τι έχουμε, μας το έχει δώσει ο Θεός, άρα τίποτα δεν είναι δικό μας. Ούτε καν κι αυτό το σώμα μας. Δια τούτο, κατά την Θεία Λειτουργία ακούγεται το: "Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα".

Και όλα αυτά, μας εισάγουν στην:

Πραότητα: Η πραότητα, είναι μία "ήσυχη αρετή". Ο πράος, έχει νικήσει τον θυμό, την οργή, την κακία και όλα τα ενάντια προς την πραότητα ελαττώματα. Αποζητά την ηρεμία και τη γαλήνη. Γίνεται ειρηνοποιός εάν υπάρχει ανάγκη, αν και κυρίως προσπαθεί να αποφεύγει συγκρούσεις. Είναι ο άνθρωπος που κάνει κτήμα του τρεις μακαρισμούς ταυτόχρονα:

  1. Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσιν την γην
  2. Μακάριοι οι καθαροί την καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται
  3. Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται
Η πραότητα, όχι μόνο προϋποθέτει όλες τις προαναφερθείσες αρετές, αλλά αποτελεί το απαύγασμα όλων αυτών. Η καθαρότητα της καρδίας, είναι το "όπλο" του πράου ανθρώπου. Δε βάζει λογισμούς κατά του συνανθρώπου και φυσικά, ούτε κατά του Θεού. Κατανοεί την ανθρώπινη φύση, δεν την καταδικάζει, αλλά μέσω της πραότητας προσπαθεί να την κατευνάσει. Η ψυχή του πράου, μένει ατάραχη και συγκροτημένη. Το ίδιο κι ο νους του. Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος, τονίζει: "Πραότης σημαίνει, να παραμένει ακίνητη και ατάραχη η ψυχή, τόσο στις ατιμίες όσο και στους επαίνους". 

Κι η πραότητα, μας εισάγει στην:

Μακροθυμία: Η μακροθυμία είναι αδελφή της υπομονής και μία εκ των αρετών με την οποία αποκαλούμε τον Θεό: μακρόθυμος και πολυέλεος. Ο Ιερός Χρυσόστομος, περιγράφει τη μακροθυμία με γλαφυρότητα: "Το αίτιο όλων των αγαθών είναι η μακροθυμία∙ αυτή είναι η ρίζα κάθε φιλοσοφίας∙ υπάρχει ως όπλο ακαταμάχητο και πύργος απόρθητος , αντιμετωπίζοντας με ευκολία τα λυπηρά και τα δύσκολα. Και όπως ακριβώς , αν πέσει σπίθα στην άβυσσο , εκείνη δεν θα βλαφθεί καθόλου, αλλά η σπίθα θα σβήσει εύκολα, έτσι και στη μακρόθυμη ψυχή , όποιο απροσδόκητο και να εμφανιστεί, αυτό εξαφανίζεται εύκολα, ενώ εκείνη παραμένει ατάραχη". Κύριο χαρακτηριστικό του μακρόθυμου, εκτός από την υπομονή, είναι η διάκριση. Η ικανότητά να ξεχωρίζει τον τρόπο και την ώρα μίας δράσης ή μίας σύστασης. Υπομένει την κακία και την αλαζονεία των άλλων χωρίς να γογγύζει και χωρίς να αντιδρά.

Η μακροθυμία όμως, μας εισάγει στην:

Εγκράτεια: Η εγκράτεια, είναι μια από τις πολυδιάστατες αρετές. Δεν απευθύνεται μόνο σε ένα πράγμα, αλλά σε πολλά. Αρχικά, έχει άμεση σύνδεση με την σύνεση, τη σωφροσύνη και την διάκριση. Και τα τρία, συνυπάρχουν στην εγκράτεια και την ενισχύουν. Η εγκράτεια, ανάγεται στο αρχαίο ελληνικό ρητό: "μέτρον άριστον". Συναντάται δε στη διατροφή μέσω της νηστείας, στις συναναστροφές μέσω της προσοχής των εκφερομένων λόγων και γενικώς σε κάθε πτυχή της ζωής του ανθρώπου. Ο εγκρατής άνθρωπος, είναι το "άλας της γης", όπως αυτό ορίζεται από τον Ιησού: "Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων" (Ματθ. κεφ. 5, στ. 13). Διότι ο εγκρατής που θα προσέξει πώς θα μιλήσει, πόσο θα μιλήσει, πότε θα μιλήσει, τι θα πει, πώς θα νηστεύσει, πώς θα ασκηθεί στον πνευματικό αγώνα κοκ, αποτελεί μια ζώσα διδασκαλία που νοστιμίζει τη ζωή των ανθρώπων, όπως το αλάτι. Κι όπως το αλάτι χρειάζεται να μπει "τόσο όσο" στο φαγητό για να το νοστιμήσει, έτσι είναι κι ο εγκρατής. Στη λαϊκή γλώσσα, αποκαλείται "μετρημένος", διότι μετρά το κάθε τι που θα πει ή θα κάνει. Έχει τη διάκριση να σιωπά όταν πρέπει. Γνωρίζει ότι η νηστεία είναι παθοκτόνος κι όχι σωματοκτόνος κι έτσι την ασκεί με διάκριση. Αποφεύγει τις υπερβολές σε όλα. Και για να μπορεί να το επιτύχει αυτό, απαιτείται η:

Νήψη: Νήψη, αποκαλούμε την εγρήγορση. Στην ασκητική παράδοση, η νήψη είναι η εγρήγορση του νου ώστε να έχει την προσοχή στραμμένη στην προσευχή. Ωστόσο, κατά μία έννοια, προκειμένου να την συνδέσουμε με την εγκράτεια, νήψη θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και την εγρήγορση του νου προκειμένου να διακρίνει εάν κάποια πνευματική άσκηση προέρχεται εκ Θεού, ή εκ του πονηρού ή εκ της ιδίας θελήσεως / φαντασίας.

Η νήψη, αποτελεί το προστατευτικό τείχος που εμποδίζει τον εχθρό του ανθρώπου, τουτέστιν τον διάβολο, να διεισδύσει στην καρδιά του χριστιανού. Κι η νήψη, μας ανοίγει την πόρτα στην:

Μνήμη θανάτου: Η μνήμη θανάτου, συνίσταται στο να σκέφτεται διαρκώς ο άνθρωπος ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να φύγει από τη ζωή και τότε θέτει το κρίσιμο ερώτημα: "εάν πεθάνω τώρα, είμαι έτοιμος να συναντήσω τον Δημιουργό μου;". Ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρεύς, ο οποίος αν και φαίνεται ότι αρχικά είχε ασπαστεί τον χριστιανισμό, στη συνέχεια στάθηκε επικριτικά απέναντι στους ιερείς κι επέστρεψε στην εθνική θρησκεία, είχε θέσει το θέμα με σαφήνεια: "Πολλά λαλείς, άνθρωπε, χαμαί δε τίθη μετά μικρόν. Σίγα, και μελέτα ζών έτι τον θάνατόν". (ν.ε. Πολλά λόγια λες άνθρωπε, και μετά από λίγο θα μπεις στο χώμα. Σώπα και όσο ζεις, να μελετάς τον θάνατο). Η μνήμη θανάτου, βοηθάει τον άνθρωπο να σκέφτεται συνέχεια τον Θεό και το κατά πόσο η ψυχή του είναι καθαρή και έτοιμη να εμφανιστεί ενώπιον του Κριτού. Συνεπώς αποτελεί κίνητρο στην άσκηση όλων των αρετών. 

Όλες οι παραπάνω αρετές, όταν τις πετύχει ο άνθρωπος οδηγείται στην:

Απάθεια: Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η απάθεια δεν είναι το να μην αισθάνεσαι τα πάθη, αλλά το να μην τα δέχεσαι και να μη συγκατατίθεσαι σ’ αυτά. Αυτή η αντίληψη είναι εντελώς εσφαλμένη. Αυτό που περιγράφουν, είναι η εγκράτεια. Η απάθεια αποτελεί την πλήρη απελευθέρωση της ψυχής από την κυριαρχία και την έλξη των παθών. Η σύγχρονη αγιολογία, έχει να μας προσφέρει δύο ισχυρά παραδείγματα ανθρώπων που έφτασαν στην απάθεια: τον Όσιο Ευμένιο Σαριδάκη και τον Όσιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, οι οποίοι έφθασαν σε τέτοια μέτρα αρετής, ώστε να μην αισθάνονται πάθη και να μην επηρεάζονται από αυτά. Κι όταν ο άνθρωπος φτάσει στην απάθεια, τότε μόνο μία αρετή υπάρχει μπροστά του! Η:

Θέωση: Η θέωση, είναι το τελευταίο σκαλοπάτι των αρετών. Όταν ο άνθρωπος φτάσει στη θέωση, γίνεται πλέον "κατά χάριν Θεός". Έχει κατακτήσει όλες εκείνες τις αρετές που χαρακτηρίζουν τον Θεό. Ο άνθρωπος πλέον "εξαϋλώνεται", με την έννοια ότι η ύλη, σε οποιαδήποτε μορφή της, αποτελεί αναγκαίο κακό, ώσπου να έρθει η ώρα να συναντήσει ο άνθρωπος τον Δημιουργό Του. Ο άνθρωπος που θα κατακτήσει τη θέωση, ανυπομονεί να φύγει για τα Ουράνια Σκηνώματα και κάθε στιγμή που περνάει στη Γη, τη θεωρεί δευτερεύουσα μπροστά στην αιωνιότητα. Έτσι κι αλλιώς, όντας ενωμένος με τον Θεό, ο ίδιος έχει υπερβεί τους φυσικούς νόμους. 

Κι όπως είναι λογικό, όλες αυτές οι αρετές, προϋποθέτουν:

Προσευχή: Η προσευχή, είναι ο τρόπος που έχει ο άνθρωπος να συνομιλεί με τον Θεό. Να τον δοξολογεί, να τον επικαλείται και να αιτείται. Μέσω της προσευχής, ο άνθρωπος αναγνωρίζει ότι ο Θεός είναι ο Δημιουργός του. Χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: την δημόσια, που γίνεται στους ναούς και στην ιδιωτική, που κάνει ο καθ' ένας μόνος του. Η δε ιδιωτική, έχει άλλη μία υποκατηγορία: την νοερά προσευχή. Η νοερά προσευχή, είναι κι αυτή μία από τις αρετές. Ο νοερά προσευχόμενος, δύναται να προσεύχεται ακόμη και τις ώρες που κοιμάται. Ο εγκέφαλός του, έχει εκγυμναστεί να το καταφέρνει αυτό συνειδητά, κάνοντας πράξη τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: "αδιαλείπτως προσεύχεστε" (Α' Θεσ. κεφ 5, στ. 17). Όταν η προσευχή γίνεται συνειδητά και με ευλάβεια, προσελκύει κι ενισχύει όλες τις αρετές. Ειδικά όταν ο άνθρωπος προσεύχεται είτε για να δοξολογήσει τον Θεό, είτε για να ζητήσει κάτι για κάποιον συνάνθρωπό του που έχει ανάγκη. Οι προσευχές για τον συνάνθρωπο, είναι πολύ πιο ισχυρές από τις προσευχές που γίνονται για τον εαυτό μας. Ο Θεός γνωρίζει τις ανάγκες μας καλύτερα από εμάς. Δε χρειάζεται να Του το λέμε. Όταν όμως βλέπει ότι ανιδιοτελώς και με αγάπη προσευχόμαστε για τον συνάνθρωπο, τότε ως "ανταμοιβή" τακτοποιεί και τα δικά μας ζητήματα. 

Ενοποιητικός Επίλογος

Αρετές, Πάθη και η ενέργεια της Θείας Χάριτος

Όλες οι αρετές που αναφέρθηκαν παραπάνω δεν αποτελούν απλώς ηθικές ποιότητες ή προσωπικές επιλογές καλής συμπεριφοράς. Στην Ορθόδοξη Παράδοση, οι αρετές συνδέονται άρρηκτα με την ενέργεια της Θείας Χάριτος και με τη συνεργία του ανθρώπου προς τον Θεό. Όπου οι αρετές καλλιεργούνται με ταπείνωση και διάκριση, εκεί η Χάρη ενεργεί, φωτίζει τον νου, θερμαίνει την καρδιά και μεταμορφώνει ολόκληρο τον άνθρωπο.

Αντιστρόφως, τα πάθη — ως τα αντίθετα των αρετών — δεν είναι απλώς αδυναμίες ή ψυχολογικές ροπές, αλλά καταστάσεις που νεκρώνουν την πνευματική αίσθηση και καθιστούν τον άνθρωπο ανίκανο να δεχθεί τη Χάρη. Όχι διότι ο Θεός απομακρύνεται, αλλά διότι ο ίδιος ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον Θεό. Όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «ο Θεός πάντοτε δίδωσιν, αλλ᾿ ου πάντες δύνανται λαβείν».

Η υπερηφάνεια στερεί τον άνθρωπο από τη Χάρη, διότι καταργεί την ταπείνωση, που αποτελεί τη βάση κάθε πνευματικής ζωής. «Ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν» (Ιακ. κεφ. 4, στ. 6). Η φιλαργυρία ψυχραίνει την καρδιά και αποκόπτει τον άνθρωπο από τη φιλανθρωπία. Η οργή και η μνησικακία σκοτίζουν τον νου και εξουδετερώνουν την πραότητα. Η ακρασία και η έλλειψη εγκράτειας διαλύουν τη νήψη και καθιστούν τον άνθρωπο έρμαιο των λογισμών του.

Η Θεία Χάρη δεν ενεργεί μαγικά ούτε ανεξάρτητα από την ανθρώπινη ελευθερία. Ο Θεός σέβεται απολύτως την ελευθερία του προσώπου. Γι’ αυτό και οι Πατέρες μιλούν για συνεργία: ο Θεός προσφέρει, ο άνθρωπος ανταποκρίνεται. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι η σωτηρία συντελείται «οὔτε ἄνευ Θεοῦ, οὔτε ἄνευ ἀνθρώπου».

Οι αρετές, λοιπόν, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι τα ανοίγματα της ψυχής προς τον Θεό. Είναι οι προϋποθέσεις ώστε η Χάρη να ενεργήσει, να θεραπεύσει τα πάθη και να οδηγήσει τον άνθρωπο από την εγκράτεια στη νήψη, από τη νήψη στην απάθεια και από την απάθεια στη θέωση. Όπως τονίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, η θέωση δεν είναι καρπός ανθρώπινης προσπάθειας, αλλά «μέθεξις τῆς ἀκτίστου Χάριτος».

Η πνευματική ζωή, επομένως, δεν είναι αγώνας ηθικής τελειότητας, αλλά αγώνας σχέσεως. Σχέσεως με τον Θεό, που εκδηλώνεται μέσα από την προσευχή, τη μετάνοια, την άσκηση των αρετών και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Και όσο ο άνθρωπος πορεύεται σε αυτήν την οδό με ταπείνωση και διάκριση, τόσο η Χάρη ενεργεί εντός του, οδηγώντας τον «ἐκ δόξης εἰς δόξαν» (Β΄ Κορ. γ΄, 18).

Είθε το άρθρο αυτό, να απαντά στις σκέψεις και τις ανησυχίες του αναγνώστη. Αμήν. Γένοιτο. 

Υποσημειώσεις:

* «ουσιώδης»: ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, με αυτόν τον όρο, δεν εννοεί ότι η Θεία Χάρις είναι ταυτισμένη με την ουσία αλλά ότι είναι αληθινή, υπαρκτή, μη κτιστή

1. Περί Χάριτος και συνεργίας

* Άγ. Μάξιμος Ομολογητής, Περί διαφόρων αποριών, PG 90, 788C–789A

Θεμελιώνει τη διδασκαλία περί συνεργίας Θεού και ανθρώπου.

* Άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους, PG 60, 477

«Ο Θεός πάντοτε δίδωσιν, αλλ᾿ ου πάντες δύνανται λαβείν».

2. Αρετές ως προϋποθέσεις ενεργείας της Χάριτος

* Άγ. Ισαάκ ο Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί, Λόγος 34

Η Χάρη δεν κατοικεί σε ταραγμένη ψυχή.

* Άγ. Δωρόθεος Γάζης, Διδαχαί, Διδασκαλία Β΄

Περί ταπεινώσεως ως βάσεως όλων των αρετών.

3. Περί παθών και απώλειας πνευματικής αισθήσεως

* Άγ. Ιωάννης Κασσιανός, Conlationes, V–VII

Τα πάθη ως σκοτισμός του νοός.

* Ευάγριος ο Ποντικός, Πρακτικός, §§6–14

Τα πάθη ως ενεργή εμπλοκή του νου με τους λογισμούς.

4. Πραότητα, μακροθυμία, απάθεια

* Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος, Κλίμαξ, Λόγος Η΄ και ΚΘ΄

Πραότης και απάθεια ως καρπός καθάρσεως.

* Άγ. Γρηγόριος Νύσσης, Περί τελειότητος

Η απάθεια όχι ως αναισθησία, αλλά ως υγεία της ψυχής.

5. Νήψη και μνήμη θανάτου

* Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τόμ. Α΄

Νήψη ως φύλαξη του νοός.

* Άγ. Μάρκος ο Ασκητής, Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι

Η μνήμη θανάτου ως παιδαγωγός μετανοίας.

6. Θέωση

* Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων, Τριάδες Α΄

Η θέωση ως μέθεξη ακτίστου Χάριτος.

* Βλαδίμηρος Λόσκυ, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας

Συστηματική παρουσίαση της πατερικής διδασκαλίας περί θεώσεως.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"

Χριστός γεννάται, η πλάσις αναγεννάται