Ἡ ιεραρχία των Εκκλησιαστικών Τάξεων κατά την Αρχαία Παράδοση

 


Πλήρης τίτλος άρθρου:

Η Ιεραρχία των Εκκλησιαστικών Τάξεων κατὰ την Αρχαία Παράδοση:

Ιππόλυτος Ρώμης – Πατερική Θεμελίωση και Ερμηνεία

Μελέτη - έρευνα συγγραφή:

Γεώργιος Μεταξάς 

⚠️ Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παρόντος άρθρου, είτε καθ' ολοκληρίαν, είτε απασπασματικώς, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του δημιουργού, ή χωρίς ενεργό σύνδεσμο προς αυτό.


Σήμερα, θα μπούμε στο χώρο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Ένας χώρος που θα λέγαμε ότι είναι δύσκολο να μελετηθεί επακριβώς, κυρίως διότι πολλά από τα πρωτότυπα κείμενα, είτε έχουν εξαφανιστεί, είτε έχουν καταστραφεί από το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Σε αυτό συνέβαλαν κατά πολύ κι η κακή διατήρηση των εγγράφων, οι λεηλασίες, πυρκαγιές, καταστροφή από αλλόπιστους ή αιρετικούς, αλλά και κάποιες φορές η κακή ποιότητα των υλικών συγγραφής. Για το τελευταίο, θα πούμε ότι αυτό συνέβαινε διότι πολλές φορές τα μέσα συγγραφής (πάπυροι, περγαμηνές, κοκ), είχαν μεγάλο κόστος και τα οικονομικά πολλών συγγραφέων ήταν από πενιχρά ως ανύπαρκτα. Εν τούτοις, πολλά έχουν διασωθεί λόγω του ότι μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες (κυρίως λατινικά) ή διότι αναφέρονται από άλλους συγγραφείς των οποίων τα έργα διασώθηκαν. Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί το κείμενο του Ιππολύτου Ρώμης, το οποίο εξετάζουμε σήμερα. Το κείμενο αυτό δεν διασώθηκε αυτούσιο στην ελληνική του μορφή, αλλά ανασυντέθηκε χάρη στην ύπαρξη αρχαίας λατινικής μεταφράσεως, η οποία φυλάσσεται σε χειρόγραφο της Βερόνας (Codex Veronensis), καθώς και μέσω παραλλήλων ανατολικών παραδόσεων. Στη βάση αυτών εργάστηκαν οι Botte, Dix και αργότερα οι Bradshaw – Johnson, επιχειρώντας φιλολογική και λειτουργική ανασύνθεση της λεγόμενης Αποστολικής Παραδόσεως, η οποία αποδίδεται στον Ιππόλυτο Ρώμης.

Η Εκκλησία από τα πρώτα αποστολικά χρόνια δεν γνώριζε αταξία ούτε αυθαιρεσία ως προς την ιερωσύνη. Αντιθέτως, υπήρχε σαφής διάκριση τάξεων, βαθμών και διακονιών, οι οποίες δεν αποτελούσαν ανθρώπινα αξιώματα, αλλά χαρισματικές κλήσεις εντός του Σώματος του Χριστού. 

Ένα από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα κείμενα που μας παραδίδουν αυτήν την εκκλησιαστική συνείδηση είναι η λεγόμενη Ἀποστολικὴ Παράδοσις, αποδιδόμενη στον Ἅγιο Ἱππόλυτο Ρώμης († περ. 235 μ.Χ.). Η στιβαρότητα αυτή της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας οφειλόταν, αφ’ ενός μεν στο γεγονός ότι η αποστολική διδασκαλία των ίδιων των Αποστόλων ήταν ακόμη νωπή, αφ’ ετέρου δε στο ότι οι διώξεις των χριστιανών βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Αν και κατά την εποχή του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Σεβήρου, όπως μας παραδίδει ο Ευσέβιος Καισαρείας οι διωγμοί δεν έλαβαν γενικό χαρακτήρα ούτε υπήρξαν αποτέλεσμα αυτοκρατορικού διατάγματος, εντούτοις σημειώνονταν κατά τόπους. Μετά τη δολοφονία του Αλεξάνδρου και την άνοδο του Μαξιμίνου του Θρακός, ο οποίος προήλθε από τις γερμανικές λεγεώνες, οι διώξεις έλαβαν σκληρότερη μορφή, με ιδιαίτερη στόχευση κατά των επισκόπων της Εκκλησίας. Οι συνθήκες αυτές, άλλοτε τοπικές και άλλοτε γενικότερες, καθιστούσαν αναγκαία την ύπαρξη στιβαρής και σαφώς δομημένης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, ικανής να στηρίξει το ποίμνιο στις δοκιμασίες.

Η κατωτέρα ιεραρχία των εκκλησιαστικών τάξεων

Πριν την είσοδο του ανθρώπου στους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης (διάκονος, πρεσβύτερος, επίσκοπος), η αρχαία Εκκλησία γνώριζε μία σαφώς διαρθρωμένη κλίμακα προπαρασκευαστικών τάξεων, οι οποίες δεν αποτελούσαν απλώς λειτουργικές ανάγκες, αλλά στάδια πνευματικής δοκιμής και μαθητείας.

1. Λαϊκός

Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο στον σύγχρονο αναγνώστη, ο λαϊκός ανήκει στην κατώτερη βαθμίδα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Και τούτο διότι, μετά το Άγιο Βάπτισμα, εντάσσεται πλέον ενεργά στο Σώμα της Εκκλησίας και παύει να θεωρείται «κοσμικός». Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, το Βάπτισμα τελούνταν συνήθως σε ώριμη ηλικία, συχνά μετά από πολυετή κατήχηση, με ιδεώδη – όχι υποχρεωτική – αναφορά την ηλικία των τριάντα ετών, κατά το πρότυπο της Βαπτίσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο λαϊκός, ως βαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας, είχε τη δυνατότητα να συμμετέχει πλήρως στη λατρευτική ζωή, να αναγινώσκει προσευχές και να λαμβάνει μέρος στις Ακολουθίες και στη Θεία Λειτουργία, να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων, χωρίς βεβαίως να επιτελεί ιερατικές πράξεις. Προ της βαπτίσεως, προηγούνταν οι κατηχούμενοι, οι οποίοι, αν και συμμετείχαν στη λατρεία μέχρι του σημείου που τους επιτρεπόταν (ήτοι μέχρι το σημείο όπου ο ιερεύς αναφωνεί: "όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε, μην τις των κατηχουμένων" ), δεν είχαν ακόμη εισέλθει στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Οι κατηχούμενοι λογίζονταν στην τάξη των κοσμικών, όρος που χρησιμοποιείται για όλους όσοι δεν έχουν λάβει το Άγιο Βάπτισμα.

2. Πυλωρός (Θυρωρός)

Ο πυλωρός αποτελούσε τον πρώτο και κατώτερο βαθμό εκκλησιαστικής διακονίας. Είχε την ευθύνη της φύλαξης των θυρών του ναού και της διακρίσεως των εισερχομένων, ιδίως κατά την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Ο ρόλος του δεν ήταν απλώς πρακτικός, αλλά βαθύτατα συμβολικός: η Εκκλησία δεν είναι άθροισμα ανθρώπων, αλλά σώμα με όρια και ιερότητα.

Ο Τερτυλλιανός και μεταγενέστερα οι Κανόνες της Εκκλησίας μαρτυρούν ότι ο πυλωρός εισάγεται πρώτος στη διακονία, ώστε να διδαχθεί υπακοή, τάξη και διάκριση.

3. Ἀναγνώστης

Ο αναγνώστης κατέχει ήδη κεντρικότερη θέση. Δεν χειροτονείται, αλλά καθιερώνεται με την παράδοση του ιερού βιβλίου, όπως σαφώς μαρτυρεί ο Ἅγιος Ἱππόλυτος. Η απουσία χειροθεσίας υπογραμμίζει ότι πρόκειται για λειτουργική διακονία λόγου και όχι ιερατικής εξουσίας.

Ο αναγνώστης είναι ο πρώτος που διακονεί άμεσα τον λόγο του Θεού εντός της συνάξεως και οφείλει να διακρίνεται για καθαρότητα βίου και ορθότητα πίστεως.

4. Ἐξορκιστής

Ο εξορκιστής αποτελεί σαφή μαρτυρία ότι η Εκκλησία από νωρίς αναγνώριζε την πνευματική πάλη ως πραγματικότητα. Η τάξη των εξορκιστών μαρτυρείται ήδη από τον 3ο αιώνα και είχε ως έργο την ανάγνωση ευχών επί κατηχουμένων και δαιμονιζομένων.

Ο εξορκιστής δεν ενεργεί αυτεξουσίως, αλλά εν ονόματι της Εκκλησίας, γεγονός που προϋποθέτει πνευματική ωριμότητα και σταθερότητα. Παρά το ότι η χειροθεσία ήταν απαραίτητη, εν τούτοις ο εξορκιστής μπορούσε να λάβει και προφορική εντολή (ήτοι ευλογία), για να ασκήσει τη διακονία του. 

5. Κηροφόρος ή Ἀκόλουθος

Ο κηροφόρος ή ακόλουθος διακονούσε τη λατρευτική τάξη, τον φωτισμό του ναού και τη συνοδεία του επισκόπου. Αν και συχνά παραβλέπεται στη σύγχρονη εποχή, στην αρχαία Εκκλησία αποτελούσε βαθμίδα μαθητείας, όπου ο άνθρωπος εξοικειωνόταν με το ήθος της λατρείας και την ιερότητα του χώρου.

Στους κατώτερους αυτούς βαθμούς, η ένταξη στην εκκλησιαστική διακονία δεν γινόταν δια πλήρους χειροτονίας, αλλά δια χειροθεσίας, σε αντίθεση με τους ανώτερους βαθμούς που θα εξετάσουμε παρακάτω. Μόνη εξαίρεση αποτελεί ο λαϊκός, για τον οποίο το Άγιο Βάπτισμα θεωρείτο επαρκές, χωρίς περαιτέρω τελετουργική πράξη.

Η χειροθεσία τελούνταν κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, αμέσως μετά τη μετάληψη των Τιμίων Δώρων. Ο προοριζόμενος για το διακόνημα προσέρχετο ενώπιον του Επισκόπου, ο οποίος στεκόταν έμπροσθεν της Ωραίας Πύλης. Εκεί γονάτιζε με τα δύο γόνατα, ενώ ο Επίσκοπος έθετε το δεξί του χέρι επί της κεφαλής του και ανέγνωσκε την ευχή που αντιστοιχούσε στο συγκεκριμένο διακόνημα.

Η γονυκλισία με τα δύο γόνατα είχε σαφή συμβολικό χαρακτήρα και δήλωνε ότι ο χειροθετούμενος δεν προοριζόταν να ανέλθει σε ανώτερο εκκλησιαστικό βαθμό. Αντιθέτως, κατά τη χειροτονία των ανωτέρων, αμιγώς ιερατικών βαθμών, η γονυκλισία γινόταν με το ένα γόνατο, υποδηλώνοντας τη δυνατότητα μελλοντικής προαγωγής σε ανώτερο αξίωμα.

Ας δούμε ομως τώρα τι αναφέρει ο Ιππόλυτος Ρώμης για τα συγκεκριμένα αξιώματα:

Λατινικό κείμενο:

Episcopus ordinetur electus ab omni populo, et cum nominatus fuerit et placuerit omnibus, conveniant populus cum presbyterio et episcopis qui adsunt die dominica.

Presbyter autem ordinetur ab episcopo, manum imponente super caput eius, presbyteris quoque adstantibus.

Diaconus eligatur secundum ea quae dicta sunt, et solus episcopus super eum manum imponat.

Confessor si fuerit in vinculis propter nomen Domini, non accipiat manus impositionem ad diaconatum vel presbyteratum, quia honorem presbyterii habet per confessionem.

Lector instituatur, tradente ei episcopo librum. Manus enim super eum non imponitur.

Vidua non ordinetur, sed eligatur, si maritum amiserit. Non enim est ordinatio, sed nominatio.

Subdiaconus non ordinatur, sed nominetur ad ministerium episcopi.

Μετάφραση στη νέα ελληνική:

Ο επίσκοπος χειροτονείται αφού εκλεγεί από ολόκληρο τον λαό· και όταν το όνομά του ανακοινωθεί και γίνει αποδεκτό από όλους, τότε συγκεντρώνεται ο λαός μαζί με το πρεσβυτέριο και τους παρόντες επισκόπους κατά την Κυριακή.

Ο πρεσβύτερος χειροτονείται από τον επίσκοπο, ο οποίος επιθέτει το χέρι του επάνω στην κεφαλή του, ενώ παρίστανται και οι πρεσβύτεροι.

Ο διάκονος εκλέγεται σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και μόνο ο επίσκοπος επιθέτει το χέρι του επάνω του.

Ο ομολογητής, εάν έχει φυλακιστεί για το όνομα του Κυρίου, δεν λαμβάνει χειροθεσία για διάκονος ή πρεσβύτερος, διότι φέρει την τιμή του πρεσβυτερίου μέσω της ομολογίας του.

Ο αναγνώστης καθιερώνεται με το να του παραδώσει ο επίσκοπος το βιβλίο· διότι δεν επιτίθεται χέρι επάνω του.

Η χήρα (ενν. διακόνισσα) δεν χειροτονείται, αλλά εκλέγεται, εφ' όσον έχει απολέσει τον σύζυγό της· διότι δεν πρόκειται περί χειροτονίας, αλλά περί αναγνωρίσεως.

Ο υποδιάκονος δεν χειροτονείται, αλλά ορίζεται προς διακονία του επισκόπου.

(Ιππόλυτος Ρώμης, Αποστολική Παράδοση, κεφ. 2–4)

Από τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι ο Ιππόλυτος περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τη διάκριση των βαθμών (επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος) . Τονίζει ότι ο επίσκοπος χειροτονείται «ὑπὸ πάντων τῶν ἐπισκόπων», ενώ οι κατώτεροι βαθμοί λαμβάνουν χειροθεσία και όχι πλήρη χειροτονία. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά οντολογική. Άλλο ένα σημείο το οποίο έχει, θεωρώ, ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι το γεγονός ότι τόσο οι χειροτονίες του κλήρου, όσο κι οι χειροθεσίες της κατώτερης εκκλησιαστικής ιεραρχίας, γινόταν με την ομόφωνη γνώμη του λαού. Αυτό δείχνει ότι ο λαός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας και στα διοικητικά της. Δεν ήταν ένα απλό άβουλο ποίμνιο. Για να μπορούμε να δούμε την εικόνα με σημερινά δεδομένα, οι Μητροπολίτες που απαρτίζουν την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΔΙΣ), θα έπρεπε να εκλέγονται με τη σύμφωνη ψήφο του λαού. Δηλαδή, για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Βοιωτίας, θα έπρεπε να εκλεγεί και από το χριστεπώνυμο πλήρωμα του Νομού Βοιωτίας, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης από το χριστεπώνυμο πλήρωμα του Νομού Θεσσαλονίκης κοκ. Κάτι που φυσικά δεν γίνεται, για πολλούς λόγους τους οποίους δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε.

Όλα τα προαναφερθέντα υπό του Ιππολύτου, έρχονται να αναλύσουν τον δεύτερο (β') Αποστολικό Κανόνα ο οποίος αναφέρει: "Πρεσβύτερος ὑπὸ ἑνὸς ἐπισκόπου χειροτονείσθω, καὶ διάκονος, καὶ οἱ λοιποὶ κληρικοί." Ο παρών κανόνας, ορίζει ότι οι κληρικές χειροτονίες πραγματοποιούνται από έναν και μόνο επίσκοπο. Σε σημερινή αναλογία, δεν μπορούν δύο ή περισσότεροι Μητροπολίτες να χειροτονήσουν έναν διάκονο ή ιερέα. Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει διπλή ή τριπλή χειροτονία. Ας μην αμελούμε άλλωστε ότι η ιεροσύνη αποτελεί Μυστήριο, οπότε τελείται άπαξ. 

Η διακόνισσα, ήταν ο ανώτερος βαθμός εκκλησιαστικής διακονίας που μπορούσε να λάβει γυναίκα. Ο δε ιθ' (19ος) Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, ορίζει ότι οι διακόνισσες, καθώς λαμβάνουν δια χειροθεσίας το χρίσμα, δεν μπορούν να το μεταδώσουν. Δηλαδή, δεν μπορούν να χειροτονούν.

Σε όλα τα παραπάνω, έρχεται να προστεθεί ένας ακόμη βαθμός, αυτός του "χωρεπισκόπου". Για τον χωρεπίσκοπο, αναφέρει ο ιδ' Κανών της Συνόδου της Νεοκαισαρείας: "Οἱ δὲ χωρεπίσκοποι, εἰσὶ μὲν εἰς τύπον τῶν ἑβδομήκοντα· ὡς δὲ συλλειτουργοί, διὰ τὴν σπουδὴν τὴν εἰς τοὺς πτωχοὺς προσφέρουσι τιμώμενοι." (Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, Ιερόν Πηδάλιον, εκδ. Αστήρ & Παπαδημητρίου, Αθήναι, 1993, σελ. 394)

Πρόκειται για έναν βαθμό διακονίας που δεν είναι πλήρης επίσκοπος· λειτουργεί μαζί με τους επισκόπους και έχει ειδική ευθύνη, κυρίως στη σπουδή προς τους πτωχούς. Ο Κανόνας αναφέρει χαρακτηριστικά: "Εἰς τύπον τῶν ἑβδομήκοντα". Αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος τους παραπέμπει στον τύπο και το πνεύμα των εβδομήκοντα μαθητών του Κυρίου, δηλαδή της εκκλησιαστικής αποστολής που γίνεται διακονία και αποστολή προς τον κόσμο· όχι αξίωμα πρεσβυτερίου ή επισκοπικής τάξεως. Η τιμή τους προέρχεται από την εργασία υπέρ των φτωχών, όχι από εξουσία ή λαμπρότητα. Η Εκκλησία θεωρεί τον χωρεπίσκοπο τιμημένο όχι λόγω τίτλου αλλά λόγω έργου.

Ο κανόνας αυτός υπενθυμίζει ότι ο χωρεπίσκοπος δεν είναι «επώνυμο ιερατικό αξίωμα» αλλά τύπος των εβδομήκοντα μαθητών, τιμώμενος διὰ τὴν σπουδὴν αὐτοῦ εἰς τοὺς πτωχούς. Δηλαδή, η Εκκλησία θεωρεί σημαντική την πρακτική διακονία του πλησίον, όχι την αυτοανακηρυγμένη εξουσία. Δείχνει επί της ουσίας τρία σημαντικά πράγματα:

  1. Η Εκκλησία δεν θεμελιώνει αρχή μόνο σε αξιώματα. Στην εκκλησιαστική ζωή ο βαθμός δεν ισχύει από μόνος του, αλλά από την πράξη αγάπης: "όποιος υπηρετεί με προσήλωση τους φτωχούς και καταδεχόμενος, αυτή η υπηρεσία γίνεται σεβαστή και τιμημένη."
  2. O χωρεπίσκοπος δεν είναι πλήρης επίσκοπος. Ο τίτλος δεν δίνει κάποια ανεξάρτητη ιερατική εξουσία, ούτε κάποια αυτοτελή καθοδήγηση Εκκλησίας, αλλά συνεργεί λειτουργικά με τους επισκόπους, όπως οι εβδομήκοντα που ο Χριστός απέστειλε. Ο χωρεπίσκοπος δεν εξομοιώνεται με τους Δώδεκα, δηλαδή με το πλήρωμα της επισκοπής, αλλά παραλληλίζεται με τους Εβδομήκοντα μαθητές. 
  3. Η τιμή στην Εκκλησία συνοδεύει την διακονία, όχι την εξουσία. Ο Χριστός δεν ζητά μεγαλοπρέπεια αλλά διακονία καρδίας, και ο κανόνας υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία τιμά τη σπουδή προς τον πλησίον περισσότερο από κάθε αξίωμα. 
 Ο χωρεπίσκοπος λειτουργεί μαζί με τον επίσκοπο, όχι ανεξάρτητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει αυθύπαρκτη επισκοπική εξουσία, δεν τελεί αυτοτελείς χειροτονίες και δεν έχει αυτόνομη ποιμαντική κρίση. Είναι εντεταλμένος, όχι αυτεξούσιος. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλους κανόνες (π.χ. Αντιοχείας), που περιορίζουν ρητώς τις αρμοδιότητές Του. Ο χωρεπίσκοπος, δεν ανήκει στα κατώτερα αξιώματα (πυλωρός, αναγνώστης κ.λπ.). Είναι ένας μεταβατικός και λειτουργικός κρίκος, ιδίως σε εποχές διωγμών, γεωγραφικής διασποράς και ελλείψεως επισκόπων. Ο χωρεπίσκοπος, αν και επίσκοπος κατ’ όνομα, λειτουργεί πρακτικά πλησιέστερα στον διάκονο της αγάπης, παρά στον επίσκοπο της καθέδρας.

Η φράση "Διὰ τὴν σπουδὴν τὴν εἰς τοὺς πτωχούς" καταδεικνύει το ήθος της Εκκλησίας. Η τιμή δεν αποδίδεται ούτε λόγω βαθμού, ούτε λόγω τίτλου, ούτε λόγω εξουσίας, αλλά λόγω διακονίας. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ως κριτήριο τιμής την έμπρακτη αγάπη και την κοινωνική μέριμνα. Αυτό το στοιχείο είναι βαθύτατα ευαγγελικό και αντικατοπτρίζει το «ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔστω πάντων διάκονος» (Μαρκ. κεφ. 9, στ. 35).

Καθώς οι Ιεροί Κανόνες έχουν διαχρονική αξία, ο Κανόνας αυτός αποδομεί κάθε κληρικαλισμό (κληρικαλισμός είναι η τάση του εκκλησιαστικού κλήρου να ασκεί επιρροή και να υπεισέρχεται καταχρηστικώς σε θέματα του δημοσίου, πολιτικού, κοινωνικού, πολιτιστικού ή ιδιωτικού βίου, επιβάλλοντας με την επιρροή του συγκεκριμένους χειρισμούς), εξουσιολαγνεία και αυθαίρετη “ιεραρχική αυτοθέωση”. Υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν είναι πυραμίδα εξουσίας, αλλά σώμα διακονίας. Η ιεραρχία δεν υπάρχει για να υψώνει πρόσωπα, αλλά για να διακονεί τον λαό του Θεού.

Όλα τα παραπάνω, θα μπορούσαμε να τα συνοψίσουμε σε 7 (επτά) βασικά σημεία, προερχόμενα τόσο από τους Ιερούς και τους Αποστολικούς Κανόνες, όσο κι από την Πατερική Θεολογία και θεμελίωση:

  1. Ο Ιππόλυτος περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τη διάκριση των βαθμών: επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος. Τονίζει ότι ο επίσκοπος χειροτονείται «ὑπὸ πάντων τῶν ἐπισκόπων», ενώ οι κατώτεροι βαθμοί λαμβάνουν χειροθεσία και όχι πλήρη χειροτονία. Η διάκριση αυτή δεν είναι τυπική αλλά οντολογική. (Ιππόλυτος Ρώμης, Αποστολική Παράδοση, κεφ. 2–4)
  2. Οι λεγόμενοι «κατώτεροι βαθμοί» (ἀναγνώστης, ὑποδιάκονος, χήρα) δεν λαμβάνουν χάρισμα ἱερωσύνης αλλά διακονία. Η Εκκλησία γνωρίζει ρόλους, όχι «ισοπέδωση χαρισμάτων». (Ιππόλυτος, ό.π., κεφ. 9–10)
  3. Η εκλογή και η διακονία προϋποθέτουν ήθος, δοκιμή και αποδοχή από το σώμα της Εκκλησίας. Δεν υφίσταται ιδιωτική ή ιδεολογική χειροτονία. (Διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, κεφ. 15)
  4. Απαγορεύεται η προαγωγή σε ανώτερο βαθμό χωρίς τον προβλεπόμενο χρόνο και δοκιμασία. Η Εκκλησία λειτουργεί με θεραπευτικό χρόνο, όχι με κοινωνική πίεση. (Β' Κανών της Συνόδου Νεοκαισαρείας)
  5. Η ιερωσύνη δεν είναι θέμα ικανότητας ή αξίας, αλλά θείας τάξεως. Η Εκκλησία δεν αλλάζει τα μυστήρια για να θεραπεύσει κοινωνικά αιτήματα. (Άγιος Επιφάνιος Κύπρου, Πανάριον, αιρ. 79)
  6. Η ιερωσύνη δεν είναι δικαίωμα αλλά φοβερό χάρισμα. Όποιος την επιθυμεί χωρίς φόβο Θεού, ήδη αποδεικνύει ότι δεν είναι έτοιμος γι’ αυτήν. (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης, Β΄)
  7. Καμία χειροτονία δεν τελείται εκτός της αποστολικής διαδοχής. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «νέες μορφές» ιερωσύνης, διότι δεν αναγνωρίζει νέο Χριστό. (Αποστολικοί Κανόνες Α' & Β')
Κατακλείδα 

Φτάνοντας στο τέλος του πονήματος αυτού, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η Εκκλησία δεν μισεί, δεν φοβάται, δεν αποκλείει, αλλά ούτε και παραχαράσσει. Ό,τι παρέλαβε, το φυλάσσει ως παρακαταθήκη ζωής. Η ιερωσύνη δεν είναι κοινωνικό αξίωμα ούτε θεραπεία αδικιών, αλλά μυστήριο σταυρικό, βαρύ και φοβερό. Όταν ο άνθρωπος ζητά να αλλάξει την Εκκλησία για να χωρέσει τις επιθυμίες του, δεν την αγαπά· την χρησιμοποιεί. Και η Εκκλησία, ως στοργική Μητέρα, προτιμά να πονέσει αρνούμενη, παρά να προδώσει σιωπώντας. Δεν είναι σκληρότητα αυτό· είναι αλήθεια. Και η αλήθεια, όταν λέγεται με δάκρυα και όχι με οργή, παραμένει σωστική, ακόμη κι αν δεν γίνεται αποδεκτή. Κι εδώ οφείλω να τονίσω ότι αναφέρομαι στην Εκκλησία ως Στρατευομένη στο σύνολό της, όπως αυτή ιδρύθηκε από τον ίδιο τον Ιησού. Δεν αναφέρομαι στα πρόσωπα που την απαρτίζουν, τα οποία είναι άνθρωποι με ανθρώπινες αδυναμίες κι ενδεχομένως κάποιες φορές να σφάλλουν ή να εκτρέπονται της εκκλησιαστικής ουσίας. Η Εκκλησία, από μόνη της, αποτελεί το ζωντανό Σώμα του Σωτήρος Χριστού και υπ' αυτού την στέγη και καθοδήγηση τελεί.

Η ανάγνωση των αρχαίων πηγών απαιτεί διάκριση, ιστορική συνείδηση και εκκλησιαστικό φρόνημα, ώστε η μαρτυρία τους να μη χρησιμοποιείται αποσπασματικά, αλλά εντός του ζώντος σώματος της Εκκλησίας. Μόνον έτσι η παράδοση παραμένει πηγή ζωής και όχι αφορμή συγχύσεως. 

Αν και το πόνημα αυτό ανήκει στην κατηγορία της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, εμπεριέχει μία χροιά Απολογητικής Θεολογίας, αφού απαντά - με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα στοιχεία φρονώ - στους διώκτες της Εκκλησίας, οι οποίοι ασκούν αυθαίρετη κι ενίοτε άδικη ή βασισμένη σε άγνοια κριτική. Εύχομαι αυτό το άρθρο να βοηθήσει ώστε να καταστεί σαφές το εκκλησιαστικό φρόνημα, αλλά και να βοηθήσει κλήρο και λαό στο να επανέλθει στην τάξη της του Χριστού Ορθοδόξου Πίστεως. Αμήν. Γένοιτο. 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ιησούς Χριστός και Απολλώνιος ο Τυανεύς: Ιστορική αλήθεια ή νεοπαγανιστικός μύθος;

Καλώς ήλθατε στο "Ορθολογείν"

Χριστός γεννάται, η πλάσις αναγεννάται