Δούλος Κυρίου: Πώς η υπακοή στον Χριστό μετατρέπεται σε αληθινή ελευθερία
Γράφει ο Γεώργιος Μεταξάς
Αδέλφια εν Κυρίω αγαπητά, έρρωσθε κι ευδαιμονείτε εν παντί.
Ένα από τα σημεία της Ορθοδόξου πίστεως που συχνά συναντούν αντιδράσεις, είναι η φράση «δούλος Κυρίου». Σε έναν κόσμο που έχει ταυτίσει τη λέξη «δούλος» με καταπίεση, εξευτελισμό και στέρηση ελευθερίας, η φράση αυτή ακούγεται σκληρή, ίσως και προσβλητική.
Για να κατανοήσουμε όμως τι σημαίνει πραγματικά και ποια είναι η εφαρμογή της στην εκκλησιαστική ζωή, οφείλουμε να θέσουμε ένα βασικό ερώτημα:
Ο Θεός μάς θέλει δούλους Του με την κοσμική έννοια του όρου; Και αν όχι, ποια είναι η πνευματική σημασία αυτής της φράσεως;
Η πνευματική έννοια του «δούλου Κυρίου»
Στην Αγία Γραφή, η λέξη «δοῦλος» δηλώνει πρωτίστως εκείνον που ανήκει ολοκληρωτικά στον Θεό από αγάπη και εμπιστοσύνη. Δεν πρόκειται για καταναγκασμό αλλά για ελεύθερη παράδοση. Είναι η συνειδητή επιλογή να πει κανείς «το θέλημά Σου και όχι το δικό μου».
Η πνευματική δουλεία δεν είναι απώλεια ελευθερίας αλλά προσφορά της ελευθερίας. Ο άνθρωπος παραδίδει το θέλημά του στον Θεό όχι επειδή εξαναγκάζεται αλλά επειδή αναγνωρίζει ότι το θέλημα του Θεού είναι ζωή. Όταν ο άνθρωπος γίνεται «δούλος Κυρίου», στην πραγματικότητα ελευθερώνεται από τη χειρότερη δουλεία, τη δουλεία των παθών, του εγωισμού, της φιλαυτίας.
Ο Χριστός δεν καταργεί τη λέξη «δούλος». Την μεταμορφώνει. Ο Παύλος αυτοαποκαλείται «δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ» και ταυτόχρονα μιλά για την ελευθερία των τέκνων του Θεού. Δεν υπάρχει αντίφαση. Υπάρχει μυστήριο. Όσο περισσότερο ανήκει κανείς στον Θεό, τόσο περισσότερο ελευθερώνεται από ό,τι τον κρατούσε δεμένο. Η πνευματική δουλεία είναι σχέση εμπιστοσύνης. Είναι η στάση του ανθρώπου που λέει «Κύριε, Εσύ γνωρίζεις καλύτερα από εμένα». Είναι η ταπείνωση που ανοίγει τον δρόμο στη χάρη.
Κατά τη διάρκεια της αναγνώσεως των ευχών στην Εκκλησία, είτε πρόκειται για ευχές υπέρ υγείας, υπέρ αναπαύσεως, είτε για εξορκιστικές ευχές, ακούμε συχνά τη φράση «ελέησε τον δούλο σου» ή «την δούλη σου». Και εδώ δημιουργείται εύλογα μια εσωτερική απορία στον σύγχρονο άνθρωπο. Γιατί να αποκαλούμαι «δούλος»; Δεν είναι αυτός ένας όρος που παραπέμπει σε υποταγή, σε καταπίεση, σε στέρηση ελευθερίας;
Η απάντηση είναι ότι η Εκκλησία δεν χρησιμοποιεί τον όρο με την κοσμική του έννοια, αλλά με την πνευματική. Όταν λέγεται «δούλος Θεού», δεν δηλώνεται εξαναγκασμός, αλλά σχέση. Δεν δηλώνεται καταπίεση, αλλά εκούσια υπαγωγή της ζωής μου στο θέλημα Εκείνου που με αγαπά και θυσιάστηκε για μένα. Είναι ομολογία ότι ανήκω στον Θεό, όχι ως αντικείμενο, αλλά ως πρόσωπο που ελεύθερα Τον επέλεξε.
Στην Αγία Γραφή, ο τίτλος «δούλος Θεού» είναι τίτλος τιμής. Έτσι ονομάζεται ο Μωυσής, έτσι οι Προφήτες, έτσι οι Απόστολοι. Ο Απόστολος Παύλος ξεκινά τις επιστολές του γράφοντας «Παῦλος δοῦλος Ἰησοῦ Χριστοῦ» και δεν αισθάνεται ότι ταπεινώνεται, αλλά ότι δοξάζεται. Διότι ο άνθρωπος έτσι κι αλλιώς θα είναι δούλος κάποιου. Ή θα είναι δούλος των παθών του, της φιλαυτίας του, του χρήματος και της κενοδοξίας, ή θα είναι δούλος του Θεού από αγάπη. Η πρώτη δουλεία τον διαλύει, η δεύτερη τον ελευθερώνει.
Γι’ αυτό και όταν η Εκκλησία προσεύχεται λέγοντας «ελέησε τον δούλο σου», δεν μειώνει τον άνθρωπο. Τον τοποθετεί στη σωστή του θέση. Του θυμίζει ότι δεν είναι αυτάρκης, δεν είναι αυτόνομος από τον Δημιουργό του, αλλά ζει, κινείται και υπάρχει μέσα στην αγάπη Του. Και αυτή η «δουλεία» δεν είναι ταπείνωση του ανθρώπου, αλλά αρχή της πραγματικής του ελευθερίας.
Το πρότυπο της Υπεραγίας Θεοτόκου
Και εδώ ερχόμαστε στο κατεξοχήν πρότυπο. Στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Όταν ο Αρχάγγελος της αναγγέλλει το ανήκουστο μυστήριο, εκείνη απαντά «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά Σου» (Λουκ. κεφ. 1, στ. 38). Δεν εκφράζει φόβο δουλείας. Δεν εκφράζει υποταγή καταναγκαστική. Εκφράζει απόλυτη εμπιστοσύνη.
Η Παναγία δεν ήταν υποχρεωμένη να πει το «ναι». Η απάντησή της ήταν ελεύθερη. Και ακριβώς επειδή ήταν ελεύθερη, έγινε η μεγαλύτερη πράξη συνεργασίας Θεού και ανθρώπου στην ιστορία της σωτηρίας. Η «δούλη Κυρίου» γίνεται Μητέρα του Θεού. Η ταπείνωση γίνεται ύψωση. Η παράδοση γίνεται θέωση.
Εδώ φαίνεται καθαρά ότι η φράση «δούλος Κυρίου» δεν σημαίνει εξευτελισμός αλλά τιμή. Δεν σημαίνει ακύρωση προσωπικότητας αλλά τελείωση της προσωπικότητας. Δεν σημαίνει φόβο αλλά αγάπη.
Τι σημαίνει σήμερα «είμαι δούλος Κυρίου»
Σήμερα πολλοί αντιδρούν όταν ακούν τη φράση «δούλος Κυρίου». Θεωρούν ότι είναι προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ότι μειώνει τον άνθρωπο, ότι τον παρουσιάζει ως άβουλο ον. Η αντίδραση αυτή όμως γεννιέται επειδή η λέξη ερμηνεύεται με τα κοσμικά μέτρα και όχι με τα ευαγγελικά.
Όταν ένας χριστιανός λέει «είμαι δούλος του Θεού», δεν δηλώνει υποδούλωση αλλά ταυτότητα. Δηλώνει ότι ανήκει σε Εκείνον που τον δημιούργησε, τον αγαπά και θυσιάστηκε γι’ αυτόν. Δηλώνει ότι εμπιστεύεται το θέλημα του Θεού περισσότερο από το δικό του. Δηλώνει ότι δεν θέλει να είναι δούλος των παθών, της φιλαργυρίας, της κενοδοξίας, της αμαρτίας.
Στην πραγματικότητα όλοι οι άνθρωποι είναι δούλοι κάποιου πράγματος. Άλλος είναι δούλος του χρήματος, άλλος της εικόνας του, άλλος της ηδονής, άλλος της εξουσίας, άλλος της γνώμης των άλλων. Η διαφορά είναι ότι αυτές οι «δουλείες» δεν οδηγούν στη ζωή αλλά στην εσωτερική φθορά.
Η εν Χριστώ δουλεία είναι η μόνη που γεννά ελευθερία. Όταν ο άνθρωπος λέει «Κύριε, το θέλημά Σου», δεν χάνει τον εαυτό του αλλά τον βρίσκει. Δεν μικραίνει αλλά μεγαλώνει. Δεν εξευτελίζεται αλλά υψώνεται. Διότι το θέλημα του Θεού δεν είναι αυθαίρετο αλλά σωτηριολογικό. Δεν αποβλέπει στην κυριαρχία αλλά στη σωτηρία.
Ο ίδιος ο Χριστός μάς έδωσε το παράδειγμα. Έγινε «δοῦλος» μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρικού. Και ακριβώς γι’ αυτό "διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα" (Προς Φιλιππησίους, κεφ. 2, στ. 9). Η ταπείνωση δεν είναι ήττα. Είναι ο δρόμος προς τη δόξα.
Ένα απλό ερώτημα για τον καθένα μας
Το θέμα λοιπόν δεν είναι αν θα είμαστε δούλοι. Το θέμα είναι τίνος θα είμαστε δούλοι.
Θα είμαστε δούλοι των παθών μας ή δούλοι του Θεού; Θα παραδοθούμε στις επιθυμίες που μας διαλύουν ή στο θέλημα Εκείνου που μας γνωρίζει καλύτερα από εμάς τους ίδιους;
Όταν η Εκκλησία χρησιμοποιεί τη φράση «δούλος του Θεού» στα μυστήρια, δεν προσβάλλει τον άνθρωπο. Τον εντάσσει σε μια σχέση. Τον τοποθετεί μέσα σε μια οικογένεια. Του θυμίζει ότι δεν είναι μόνος, δεν είναι τυχαίος, δεν είναι αυτόνομος άρχοντας του εαυτού του αλλά παιδί Πατέρα.
Και εδώ βρίσκεται το μυστήριο. Ο Θεός μας δέχεται ως δούλους για να μας κάνει φίλους και τέκνα. Ξεκινάμε με υπακοή και καταλήγουμε σε κοινωνία. Ξεκινάμε με ταπείνωση και φτάνουμε στη θέωση.
Αυτός είναι ο λόγος που η φράση «δούλος Κυρίου» δεν είναι σκοτάδι αλλά φως. Δεν είναι υποβάθμιση αλλά πρόσκληση. Είναι η ελεύθερη απόφαση του ανθρώπου να εμπιστευθεί Εκείνον που πρώτος τον αγάπησε.
Αν λέμε «δούλος Κυρίου», τότε γιατί ο ίδιος ο Χριστός λέει στους μαθητές Του: "οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους" (Ιωαν. κεφ. 15, στ. 15); Μας θέλει τελικά δούλους ή φίλους;
Αδέλφια μου, ο Χριστός δεν καταργεί τη λέξη. Την ανεβάζει. Ο κοσμικός δούλος φοβάται. Δεν γνωρίζει. Εκτελεί εντολές χωρίς να ξέρει γιατί. Ζει μέσα στην άγνοια και στην ανασφάλεια. Ο μαθητής του Χριστού όμως δεν είναι έτσι. Ο Κύριος το λέει καθαρά: «ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν» (Ιωαν. κεφ. 15, στ. 15). Ουσιαστικά τους λέει "σας φανέρωσα τα πάντα. Δεν σας κρύβω τίποτε".
Βλέπετε τη διαφορά;
Η δουλεία στην Εκκλησία δεν είναι καταναγκασμός. Είναι εμπιστοσύνη. Είναι ελεύθερη υπακοή. Είναι η ταπείνωση που ανοίγει τον δρόμο για τη φιλία. Ο άνθρωπος λέει: «Κύριε, είμαι δούλος Σου». Και ο Χριστός απαντά: «Σε ονομάζω φίλο».
Πρώτα ο άνθρωπος κατεβαίνει με ταπείνωση. Και μετά ο Θεός τον υψώνει με αγάπη. Η Θεοτόκος είπε «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου». Δεν έμεινε όμως σε μια δουλική σχέση φόβου. Έγινε Μητέρα Θεού. Έγινε το πιο οικείο πρόσωπο στον Υιό της.
Αυτό κάνει ο Θεός. Παίρνει τον ταπεινό «δούλο» και τον μεταμορφώνει σε φίλο. Και τότε καταλαβαίνουμε ότι η φράση «δούλος Κυρίου» δεν είναι υποτίμηση. Είναι η αρχή της μεγαλύτερης τιμής που μπορεί να λάβει ο άνθρωπος.
Κατακλείδα
Αδέλφια μου, σήμερα η λέξη «δούλος» μας ενοχλεί. Μας θυμίζει καταπίεση, εξουσία, στέρηση ελευθερίας. Και ίσως γι’ αυτό σπεύδουμε να την απορρίψουμε χωρίς να την κατανοήσουμε. Όμως στην Εκκλησία τίποτε δεν σημαίνει αυτό που νομίζουμε με κοσμικά μέτρα.
Ο «δούλος Κυρίου» δεν είναι ένας φοβισμένος άνθρωπος που ζει υπό απειλή. Είναι εκείνος που ελεύθερα παραδίδει το θέλημά του στον Θεό, γιατί έχει εμπιστευθεί την αγάπη Του. Είναι εκείνος που λέει «γενηθήτω το θέλημά Σου» όχι από φόβο, αλλά από βεβαιότητα ότι το θέλημα του Θεού είναι σωτήριο. Ο κόσμος μάς θέλει αυτόνομους χωρίς Θεό. Ο Χριστός μάς θέλει ελεύθερους μέσα στον Θεό.
Και το παράδοξο είναι το εξής: όσο περισσότερο κάποιος γίνεται «δούλος Κυρίου» με την πνευματική έννοια, τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από τα πάθη, από τα δεσμά, από τις εξαρτήσεις. Τόσο περισσότερο γίνεται φίλος Του.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να φοβόμαστε τη λέξη. Πρέπει να φοβόμαστε την υπερηφάνεια που αρνείται να πει «Κύριε, σε εμπιστεύομαι». Ο Θεός δεν αναζητά δούλους για να τους εξουσιάσει. Αναζητά ταπεινές καρδιές για να τις υψώσει. Και όταν ο άνθρωπος πει ειλικρινά «είμαι δούλος Σου», τότε ο Χριστός του ψιθυρίζει αυτό που είπε στους μαθητές Του: «σε λέγω φίλο».
Και αυτό είναι το μεγαλείο της πίστεώς μας. Γινόμαστε δούλοι του Χριστού για να πάψουμε να είμαστε δούλοι των παθών. Και όταν γονατίζουμε μπροστά στον Θεό, τότε στεκόμαστε όρθιοι μπροστά σε κάθε κόσμο.
Αμήν. Γένοιτο.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου